Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Ελένη Παπαργυρίου,Το μικρό και το μικρότερο, EFSYN, 2.7.17


dimitrioy.jpg

Ο Σωτήρης Δημητρίου
Το σύντομο διήγημα, και όχι γενικώς το διήγημα (όπως και το μικρό μυθιστόρημα) είναι ο κατεξοχήν χώρος έκφρασης του Δημητρίου. Κάθε κείμενο συνίσταται σε μια κομβική στιγμή τριβής και παραδοξότητας: όταν αυτή συντεθεί, τότε το διήγημα τελειώνει, δεν υπάρχει λόγος να συνεχιστεί, ακόμα κι όταν υπάρχει ο πειρασμός ο συγγραφέας να ασχοληθεί περισσότερο με έναν προσφιλή σε αυτόν ήρωα. Ο Δημητρίου μοιάζει να έχει καταλήξει σε έναν ορισμό του διηγήματος και να τον δοκιμάζει σε όλες του τις παραλλαγές.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ «Θάμπωσε ο νους» Διηγήματα Πατάκης, 2017 Σελ. 128
Τα διηγήματα της πρόσφατης συλλογής του Θάμπωσε ο νους ακολουθούν πάνω-κάτω τις επιταγές της προηγούμενης Τα όνειρά μου δέλουν (2015) σε θεματική, κατασκευαστικές αρχές και αφηγηματική δομή.
Και στις δύο ο Δημητρίου στήνει το εκάστοτε κείμενό του πάνω σε μια ειρωνική στιγμή, ένα λοξό παράδοξο, που φέρνει αντιμέτωπους τους χαρακτήρες με τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους, καμιά φορά και με τον συγγραφέα. Η ειρωνική στιγμή πολλές φορές αποκαλύπτεται στο τέλος.
Στα «Προσωπεία» ο Ιταλός που ζητάει οδηγίες για να πάει στην Πάτρα για να πάρει το φέρι για την Ανκόνα δεν καταλήγει ποτέ εκεί και τα πολυτελή ενδύματα που διαθέτει στο αυτοκίνητό του είναι μαϊμούδες. Ωστόσο, το σημείο τριβής που γεννά το διήγημα είναι η απρόσμενη μεταμόρφωση ενός δεύτερου προσώπου, ενός ηλικιωμένου κυρίου που όλοι αποκαλούν «στρατηγό».
Αυτή η μεταμόρφωση επιβεβαιώνει ειρωνικά τον χαρακτηρισμό «προσωπεία» που ο ίδιος ο στρατηγός είχε δώσει στην αλλοπρόσαλλη, κατά τα φαινόμενα, συμπεριφορά του Ιταλού.
Η ειρωνική τριβή στα κείμενα του Δημητρίου προετοιμάζεται με προσοχή και θαυμαστή οικονομία, οικονομία που μοιάζει να έχει κατακτηθεί ύστερα από δοκιμές, κόπους και σκέψη. Στο διήγημα «Το μυστικό» η αποπλάνηση μιας δεκάχρονης από τη θεία της στήνεται αργά και προσεκτικά, ωστόσο η τομή του διηγήματος δεν βρίσκεται στο ίδιο το αποτρόπαιο γεγονός αλλά στο ανοιχτό του τέλος, που αφήνει την πιθανότητα η μικρή να το αποκαλύψει στη μητέρα της.
Ο μετεωρισμός της ερώτησης που κλείνει το διήγημα παίζει με τις προσδοκίες του αναγνώστη, που προφανώς επιζητά την προστασία της μικρής, αλλά προσκρούει στην υπόσχεση που έχει δώσει η μικρή στη θεία να μην αποκαλύψει το μυστικό.
Το παιγνιώδες στοιχείο είναι βασικό συστατικό της συλλογής. Παιγνιώδεις στη φύση τους είναι οι συνδέσεις ανάμεσα στα διηγήματα, όπως στο «Η έλξη της απόκλισης», όπου το κεντρικό πρόσωπο, μας αποκαλύπτεται, ήταν ένα δευτερεύον στο διήγημα «Προσωπεία». Παιγνιώδεις αναφορές γίνονται και σε προηγούμενες συλλογές.
Το «Προσφυγάκια ΙΙ» αναφέρεται στο «Προσφυγάκια», από την προηγούμενη συλλογή Το κουμπί και το φόρεμα (2012). Το δίλημμα ανάμεσα στους τύπους «εδιανοείτο» και «διανοούνταν» που στοιχειώνει την επιμελήτρια κειμένων στο «Ο σελιδοποιός» αναφέρεται σε μια φράση από το διήγημα «Υποβολή» στη συλλογή Τα όνειρά μου δέλουν, κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη.
Ο ανύπαρκτος συγγραφέας Γριγόρι Σταματίεβιτς στο «Πρόσκοπος της εντροπίας» είναι παραλλαγή του επίσης μυθοπλαστικού Γρηγόρη Σταματίου στο «Γρηγόρης και Σταμάτης» που παίζει με την αντιμετάθεση του Σωτήρης Δημητρίου σε Δημήτρης Σωτηρίου.
Αντίστοιχης υφής είναι και η αποκάλυψη των συγγραφικών προθέσεων «για να χαλάσω το διήγημα», «για να αποτελειώσω» το διήγημα, που βάζουν τη συγγραφική διαδικασία και τα προσκόμματά της στο κέντρο της ειρωνικής στόχευσης. Η παρουσία ενός συγγραφέα, άμεσα ή έμμεσα δηλωμένη, διαφαίνεται με σταθερότητα μέσα στην πολυφωνία των αφηγήσεων, γιατί αποτελεί το κέντρο και τη γωνία τους.
Η παρουσία του αφηγηματικού παρατηρητή, ενός προσώπου που βλέπει με την πρόθεση να πει, είναι πάγιο στοιχείο που απασχολεί τον Δημητρίου στο σύνολο της διηγηματογραφίας του.
Στο κέντρο της προβληματικής του Δημητρίου μοιάζει να είναι τελικά το δικό του αντιληπτικό κριτήριο και τι μπορεί αυτό, σαν φακός εστίασης, να δει ή να μη δει. Αυτός είναι, θεωρώ, ο λόγος που η παρουσία του συγγράφοντος υποκειμένου είναι σταθερή σε όλο το μήκος της συλλογής.
Ο Δημητρίου έχει ανοιχτό κριτήριο. Με τον ευρυγώνιο φακό του προσπαθεί να χωρέσει όλες τις εκφάνσεις της αδυναμίας του ανθρώπου, αλλά με συμπόνια και κατανόηση στα διλήμματά του. Στέκεται με προσοχή σε αυτό που βλέπει ή σε αυτό που προσπαθεί να μαντέψει. Κάποιες λίγες φορές αυτό εξακολουθεί να του διαφεύγει, όπως στο διήγημα «Ατακτα φιλιά» της συλλογής Τα όνειρά μου δέλουν.
Εκεί μιλάει σε πρώτο πρόσωπο η έφηβη κόρη που διατηρεί, συνειδητά και αυτόβουλα, ερωτική σχέση με τον πατέρα της. Νομίζω όμως ότι η προσπάθεια του Δημητρίου να δώσει φωνή και σε αυτό ακόμα το άφατο και τρομερό της ανθρώπινης εμπειρίας, καταλήγει σε αυτή την περίπτωση ενδεχομένως να αποξενώσει τον κατά τα άλλα πάντοτε σύμμαχο αναγνώστη του.
Η ουσία των διλημμάτων του Δημητρίου μάς φέρνει αντιμέτωπους με μια πολυφωνία χαρακτήρων, συμπεριφορών και γλωσσικών τύπων. Οπως έχει προσεχτεί η ντοπιολαλιά στο έργο του Δημητρίου αξίζει να προσεχτεί περισσότερο (όπως έχει υπαινιχθεί και ο κριτικός Χρίστος Παπαγεωργίου) και η εμφάνιση τύπων της καθαρεύουσας, κυρίως εκεί που το κείμενο έχει ειρωνική στόχευση (όπως και οι τίτλοι «Σύγχυση ταυτότητος» και «Θνησιγενής έλξις» από τα Ονειρά μου δέλουν).
Μένει εδώ, όπως και σε προηγούμενες συλλογές του Δημητρίου, ως κέντρο η αντιληπτική ικανότητα, η γνωσιοκεντρική παρόρμηση του ανθρώπου, αλλά με έναν βαθύτατο σεβασμό στη συναισθηματική του νοημοσύνη και τις αδυναμίες της.
Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται και ο τίτλος «Θάμπωσε ο νους», που αναφέρεται στη συναισθηματική κατάσταση ενός αυτόχειρος, παραπέμπει όμως σαφώς στο παπαδιαμαντικό «ψήλωσε ο νους» της Φραγκογιαννούς και στη θαυμαστή της τύφλωση.

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Με τον Νάνο Βαλαωρίτη




















Τουναντίον

Αγαπώ πολύ το ποίημα
που γυρεύει τον ποιητή του
το τραγούδι που ψάχνει
απεγνωσμένα ένα λαρύγγι

τη θάλασσα που ψάχνει μια
στεριά να τη στεριώσει
έναν ήλιο να τη δει
στα μάτια να της πει σ΄αγαπώ
(από την δίγλωσση ποιητική συλλογή Nanos Valaoritis, Amer Carnaval, πικρό καρναβάλι , 2012)


Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

11ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΡΑΧΘΕΙΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ



Το 11ο Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί από 7 έως 12 Αυγούστου 2017 στο Αράχθειο Θέατρο στο Παλιοχώρι Σκούπας Άρτας με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Το φετινό Φεστιβάλ είναι αφιερωμένο στην εκστρατεία για την επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα και την μεγάλη Επιστροφή τους στον τόπο που γεννήθηκαν.

Στις 7 Αυγούστου θα δοθεί η θεατρική παράσταση «Αχαρνής» από το Λαϊκό Θέατρο Γιώργου Βούρου. Πρόκειται για μια εξαιρετική διασκευή σε μιούζικαλ για παιδιά, έφηβους και μεγάλους απο την ηθοποιό και θεατρολόγο Μαρία Σκούπα, σε σκηνοθεσία Γιώργου Βούρου με πρωτότυπη καταπληκτική μουσική του εξαιρετικού μουσικού Νίκου Χατζηελευθερίου.
«Παππούλη Αριστοφάνη, η αλήθεια μόνο φτάνει;
Φανέρωσέ μου πώς μπορώ, τον κόσμο τούτο το στραβό,
ν’ αναποδογυρίσω, να τονε κάνω ίσο …»
Ο Δικαιόπολις, Αθηναίος πολίτης απαυδισμένος από τα δεινά του Πελοποννησιακού Πολέμου, αποφασίζει να κλείσει ο ίδιος ειρήνη με τους Σπαρτιάτες, για τον εαυτό του και την οικογένειά του μόνο.  Φυσικά οι γέροι πολεμόχαροι Αχαρνιώτες το μαθαίνουν και τον κυνηγούν να τον ξυλοφορτώσουν… Ο Δικαιόπολις θα καταφέρει να τους πείσει να προτιμήσουν την Ειρήνη ;
Ο Αριστοφάνης είναι ο πατέρας της κωμωδίας και χρησιμοποιεί το αστείο, την ανατροπή και τη σάτιρα για να μιλήσει για τα πιο σοβαρά θέματα που απασχολούν τον Πολίτη. 
Με όχημα τον Αριστοφάνη, την ευστροφία του, την απλότητά του, το χιούμορ του από την μία πλευρά, και την διδακτική πλευρά των θεμάτων που απασχολούν την κοινωνία μας από την άλλη, δημιουργήθηκε ένα έργο που, μέσα από το γέλιο, διδάσκει τα παιδιά και τα εξοικειώνει με την ιδιότητα του πολίτη και την έννοια της ευθύνης.  Θεωρούμε ότι η πνευματική τροφή των παιδιών μπορεί να αναζητηθεί πρωτίστως στη δική μας θεατρική παράδοση.
Η συγγραφέας του κειμένου σημειώνει: «Λόγω της μακρόχρονης εμπειρίας μου στην εκπαίδευση και από την καθημερινή μου επαφή με τους μικρούς ανθρώπους, τα παιδιά, γνωρίζω καλά πως δεν είναι αμέτοχοι της σημερινής πραγματικότητας, αντιθέτως την αφουγκράζονται πολύ καλά. Η πραγματικότητα τα επηρεάζει και πάσχουν, χωρίς φυσικά να μπορούν να την ερμηνεύσουν. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, της επικράτησης της τηλεόρασης και του διαδικτύου, της παντοδυναμίας της εικόνας, την εποχή της απομόνωσης, ο Αριστοφάνης με λόγο λιτό, απλό και τολμηρό, με παρρησία και ζωντάνια, μας δείχνει πώς μπορούμε να δούμε τον κόσμο και την ζωή από μια άλλη πλευρά.  Δουλεύοντας στην ελληνική εκπαίδευση ως θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, έχω γνωρίσει την λυτρωτική δύναμη του θεάτρου, και ειδικά την απήχηση του λόγου του Αριστοφάνη στους μαθητές. Το θέατρο για παιδιά και εφήβους δε χρειάζεται να βασίζεται στον εντυπωσιασμό των κοστουμιών–σκηνικών και την υπεραπλούστευση του λόγου, αλλά στην ουσία του θεάτρου που δεν είναι άλλη από τον λόγο, την υποκριτική, το σώμα και φυσικά τη μαγεία της μουσικής». 
Ταυτότητα παράστασης: Διασκευή: Μαρία Σκούπα, Μουσική: Νίκος Χατζηελευθερίου, Σκηνοθεσία-Σκηνικά-Κοστούμια-Φωτισμοί: Γιώργος Βούρος, Μουσική Διδασκαλία-Βοηθός Σκηνοθέτη: Δημήτρης Φωτίου, Χειρισμός Κονσόλας: Δώρα Παπαδούλη
Παίζουν οι ηθοποιοί: Γιώργος Βούρος, Δημήτρης Φωτίου, Έλενα Γράβαλου, Βασίλης Σακκάς, Αναστασία Μιχαλούδη, Μαρία Μπούρπουλα, Ειρήνη Σιδηροπούλου, Γιάννης Τσιάλτας

Στις 8 Αυγούστου θα δοθεί η θεατρική παράσταση «Πατέρας» του Α.Στριντμπεργκ από το Λαϊκό Θέατρο Γιώργου Βούρου.
«… ζήσαμε τη ζωή μας χωρίς να την καταλάβουμε …
Ώσπου ξυπνήσαμε με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά…
κι αυτός που μας ξύπνησε ήταν κι αυτός υπνοβάτης…»
(από τον «Πατέρα»)
Το κορυφαίο έργο του Αυγούστου Στρίντμπεργκ «Ο Πατέρας» παρουσιάζεται σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου και σκηνοθεσία Γιώργου Βούρου.
Ο ιδιοφυής Αύγουστος Στρίντμπεργκ έγραψε τον «Πατέρα» στη Βαυαρία το 1887.  Μια θανάσιμη αναμέτρηση ανάμεσα στον Ίλαρχο (Άντολφ), στρατιωτικό και σεβαστό επιστήμονα, και τη σύζυγό του Λάουρα με αφορμή την ανατροφή και μόρφωση της κόρης τους Βέρθας.  Η υπόθεση παίρνει πολύ σοβαρή τροπή όταν η Λάουρα «υποβάλλει» στον άντρα της πως ίσως δεν είναι αυτός ο φυσικός πατέρας του παιδιού τους.  Μέσα στη δίνη της αμφιβολίας και του πάθους, ο «πατέρας», νικημένος, οδηγείται στην παραφροσύνη…
Η γυναίκα άσκησε πάνω στη ζωή του Στρίντμπεργκ μια αντιφατικά μαγνητική έλξη… Θεωρήθηκε μισογύνης… Ο Στρίντμπεργκ -που παντρεύτηκε τρεις φορές- έχει συνειδητοποιήσει όσο κανείς άλλος το μοιραίο βάρος της γυναίκας μέσα στη ζωή.  Η γυναίκα, κάποτε στο προσκήνιο της ιστορίας, έχει αποσυρθεί ηττημένη στα παρασκήνια.  Μια πανάρχαιη ήττα που δεν ξεχάστηκε ποτέ…
Ταυτότητα της παράστασης: Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος, Σκηνοθεσία:  Γιώργος Βούρος, Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Φωτίου, Σκηνογραφία-Κοστούμια-Φωτισμοί-Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Βούρος, Φωτογραφίες: Φώτης Νατσιούλης, Χειρισμός ήχος-φως: Δώρα Παπαδούλη
Παίζουν: Γιώργος Βούρος (Ίλαρχος), Μαρία Μπούρπουλα(Λάουρα), Δημήτρης Φωτίου (Πάστορας Ιωνάς), Έλενα Γράβαλου (Μάργκρετ), Βασίλης Σακκάς (Γιατρός Έστερμαρκ), Ειρήνη Σιδηροπούλου (Βέρθα), Γιάννης Τσιάλτας (Νιέντ)


Στις 9 Αυγούστου θα δοθεί η παιδική θεατρική παράσταση «Μετά το γάμο της Χιονάτης» από το θεατρικό εργαστήρι Λαμπιόνι Θεσσαλονίκης.
«… και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»!!!
Έτσι τελειώνει κάθε λαϊκό παραμύθι  που… σέβεται τον εαυτό του! Αλλά τι μπορεί να έχει τύχει στη ζωή κάθε ήρωα του λαϊκού παραμυθιού μετά το ΤΕΛΟΣ της ιστορίας  ή τολμηρότερα, στη ζωή κάθε ανθρώπου μετά το «ευτυχές» γεγονός;  Δηλαδή…  τι συνέβη στην Χιονάτη μετά τον πριγκιπικό της γάμο;
Μια κεφάτη, απολαυστική, θελξικάρδια άποψη για  «ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΓΑΜΟ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ» που απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους!!! Αφού το παραμύθι της Χιονάτης είναι ανοικτό σε πολλαπλές αναγνώσεις, προσεγγίσεις ανθρωπολογικές, ψυχαναλυτικές, κοινωνιολογικές, φεμινιστικές, οραματικές κ.α.
Μικροί και  Μεγάλοι καλωσορίζουν ευχάριστα την ξεκαρδιστική «συνέχεια» του γνωστού παραμυθιού σε μια προσπάθεια για αλλαγή κι ανεξαρτησία, ανατροπή και ελευθερία σε μια προσδοκία διαφυγής από την καθημερινότητα.

Συγγραφέας: Μαρία Κίτρα, Σκηνοθέτης: Αννίτα Γκαϊτατζή, Μουσική: Παναγιώτης Παπαχατζής, Χορογραφίες: Τατιάνα Παπαδάτου, Σκηνικά: Ελένη Γιουβανάκη, Κοστούμια: Αννα Τρυφωνίδου
Παίζουν: Αστέρης Αναστασιάδης, Μαρία Χειμώνα, Μαρία Μερετσίδου, Μαρία Μωραϊτοπούλου, Νίκος Τσολάκης, Σοφιανός Περεσίδης, Γιώργος Μιχαήλ

Στις 10 Αυγούστου ο  Οργανισμός Ελληνικού Θεάτρου Αιχμή παρουσιάζει το έργο «Κλυταιμνήστρα- Ο χορός της Εξουσίας» σε σκηνοθεσία Γιάννη Νικολαϊδη. Πρόκειται για μια θεατρική σύνθεση του Κ.Πολιτόπουλου.
Πρωταγωνιστούν: Φωτεινή Φιλοσόφου, Γιάννης Νικολαϊδης, Λεωνίδας Αργυρόπουλος. Σκηνικά-κοστούμια: Όλγα Σχοινά, μουσική επιμέλεια: Στέφανος Νικολαϊδης, φωτισμοί: Στέφανος Κεραμιδάς, εικαστική επιμέλεια: Agellakisdigital.
Τα πρόσωπα του μύθου των Ατρειδών, όταν τα πήρε ο Ποιητής και τα ξανάπλασε, έπαψαν νάναι σύμβολα μονάχα. Γίνανε οντότητες, πλάσματα ζωντανά, αυθύπαρκτα και αυτόνομα, με σάρκα και με αίμα. Δεν τα αγγίζει ο χρόνος, ζουν και υπάρχουν πάντοτε εκτός της ιστορίας, σ’ ένα αέναο παρόν. Σήμερα επιστρέφουνε κι έχουν πολλά να πούνε. Θύματα και θύτες, ένοχοι κι αθώοι συγκρούονται και πάλι. Καθένας προβάλλει τη δική του αλήθεια και διεκδικεί τη δικαίωση.
Στην πραγματικότητα συγκρούονται οι αντίρροπες δυνάμεις της ψυχής και του πνεύματος, της λογικής και του πάθους. Και μέσα από τις αντιθέσεις προβάλλει το καινούργιο σε μια εναρμόνια σύνθεση.
Οι ήρωες του δράματος συνομιλούν μεταξύ τους, αλλά απευθύνονται σε μας. Η συναρπαστική δράση και ο καίριος λόγος αφορούν το σήμερα. Ανοίγουν μια χαραμάδα από φως μέσα στη σκοτεινιά που βιώνουμε.

Στις 11 Αυγούστου θα δοθεί η παράσταση «Φόνισσα» του Α. Παπαδιαμάντη από τον Οργανισμό Ελληνικού Θεάτρου «Αιχμή». Μεγάλο θέμα του έργου και ζήτημα ανάλυσης και ερμηνείας αποτελεί η ύπαρξη ή όχι τύψεων και ενοχής εκ μέρους της Χαδούλας, ενώ πολλές συζητήσεις έχει προκαλέσει το τέλος του έργου στο οποίο η Χαδούλα βρίσκει τον θάνατο ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Αναλύσεις διαφόρων προσεγγίσεων, ψυχολογικής σκοπιάς, βιολογικής, εγκληματολογικής που φωτίζουν διαφορετικές σκοπιές ενός έργου όπου, πέρα από μία μοναδική καταβύθιση από τον συγγραφέα στην ψυχοσύνθεση της ηρωίδας του, έτερος πρωταγωνιστής είναι η ίδια η κοινωνία και κυρίως η κοινωνική αδικία, αφήνοντάς μας το ερώτημα, μήπως τελικά η Χαδούλα, μέσω των φόνων, επεδείκνυε μία στρεβλή χειρονομία αγάπης; Στρεβλή, καθώς η ίδια δεν έμαθε ποτέ ούτε από την μητέρα της, ούτε από τον σύζυγό της, το αληθινό νόημα του όρου;
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
Εμείς και ο Παπαδιαμάντης
Αυτό ο λιτός Ιερομόναχος του λόγου και της σκέψης. Αυτός ο μοναδικός δάσκαλος των Ελληνικών Γραμμάτων που ο ίσκιος του σκεπάζει και οδηγεί τη φαντασία μας μετατρέποντας την σε εικόνες και έννοιες που οδηγούν τον άνθρωπο σε διαλείμματα υψηλής αισθητικής.
Η «Φόνισσα» μετατρέπει τον κοινωνικό της τρόμο σε πράξεις παράλογης δικαιοσύνης, ακολουθώντας τις εσωτερικές της φωνές και τα αισθήματα περί δικαίου, για το τέλος μιας άθλιας καθημερινότητας των ταπεινών και κατατρεγμένων γυναικών.
Η «Φόνισσα» αυτή η γυναίκα σύμβολο, η πολυσυζητημένη ηρωίδα του «κυρ Αλέξανδρου», εγκαταλείπει τον μάταιο αγώνα της για Λύτρωση και παραδίδεται στο «Υδωρ το Εξιλαστήριον» όπως το χαρακτηρίζει ο Παπαδιαμάντης, βρισκόμενη εις το μέσον της Θείας και της Ανθρωπίνης Δικαιοσύνης.
Διανομή με σειρά εμφάνισης
Παπαδιαμάντης: Γιάννης Νικολαϊδης, Φραγκογιαννού: Φωτεινή Φιλοσόφου, Δελχαρώ-Γριά: Χρυσούλα Παπαδοπούλου, Αμέρσα-Μαρουσώ: Βούλα Κώστα, Κωνσταντής- Ανακριτής Λυρίγκος: Θοδωρής Προκοπίου
Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Γιάννης Νικολαϊδης, Θεατρική προσαρμογή: Κώστας Πολιτόπουλος, Σκηνικά: Μιχάλης Αγγελάκης, Κοστούμια: Όλγα Σχοινά, Μουσική επιμέλεια: Στέφανος Νικολαϊδης


Στις 12 Αυγούστου Ο καταξιωμένος πολυδιάστατος ηπειρώτης καλλιτέχνης, συμπατριώτης μας Νίκος Παπακώστας θα παρουσιάσει δύο πονήματα δικής του παραγωγής με θέμα Τα μάρμαρα του Παρθενώνα και τα Βυζαντινά μνημεία της Άρτας. Κύριος ομιλητής της εκδήλωσης είναι ο ηπειρώτης και παγκοσμίου φήμης γλύπτης κ. Θεόδωρος Παπαγιάννης, Καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.
Η παραγωγή για τα μάρμαρα περιλαμβάνει την παρουσίαση, τις περιπέτειες και τη βέβηλη μετονομασία των Γλυπτών του Παρθενώνα (Ελγίνεια).
«Τα μάρμαρα μας» είναι ένα ντοκιμαντέρ που αφορά σε μια μαύρη σελίδα για τον πολιτισμό και την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Αναφέρεται στην πρωτοφανή στα παγκόσμια χρονικά, κλοπή αρχαιολογικού θησαυρού από τον Λόρδο Έλγιν στις αρχές του 19ου αιώνα. Μια κλοπή σχεδόν των μισών διασωθέντων γλυπτών του Παρθενώνα. Μια κλοπή έργων απίστευτης τέχνης του Φειδία, του Αγοράκριτου, του Αλκαμένους... Μια κλοπή που οδήγησε σε κατακρεούργηση και διαμελισμό ολόκληρου του κτιριακού συγκροτήματος της Ακρόπολης, του εκπληκτικού αυτού Μνημείου που είναι ίσως το πιο εμβληματικό μνημείο της ανθρωπότητας. Ενός Μνημείου που η κορωνίδα του, ο Παρθενώνας, αποτελεί χωρίς αμφιβολία το αρχέτυπο και όχι μόνον, του πολιτισμού.
Για τα μάρμαρα του Παρθενώνα η αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη είχε πει: «Για μας τα Μάρμαρα του Παρθενώνα είναι η Περηφάνια μας, είναι οι Θυσίες μας, είναι το ευγενέστερο Σύμβολο Τελειότητος, είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία, είναι οι Φιλοδοξίες μας, είναι το ίδιο το Όνομά μας, είναι η Ουσία της Ελληνικότητος.» Ο όρος - τίτλος «Τα μάρμαρά μας» έγινε γνωστός από την Μελίνα Μερκούρη και τη γνωστή ρήση της,  λίγο πριν το θάνατό της: «Ελπίζω να δω τα Μάρμαρα πίσω στην Αθήνα προτού πεθάνω...», αλλά και από τους στίχους του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου «Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει».
Το Αράχθειο Θέατρο και οι εθελοντές- συντελεστές του έργου, ακολουθώντας τους όρους που χρησιμοποιεί το διεθνές κίνημα για την επιστροφή των μαρμάρων, πιστεύουμε ότι ο όρος «μάρμαρα» δείχνει την αγάπη και την τρυφερότητα με τα οποία τα είχε περιβάλλει η Μελίνα και ο ελληνικός λαός. Ακόμα και ο Βρετανός συγγραφέας William Saint Claire, που αποκάλυψε την άλλη τεράστια καταστροφή της επιφάνειας των γλυπτών στα εργαστήρια του Βρετανικού Μουσείου το 1938, τον ίδιο τίτλο «Τα μάρμαρα» δίνει στο εξαιρετικό βίβλιο του για το θέμα.
Μια απλή αναφορά τώρα σε μερικά από τα χιλιάδες μέλη του διεθνούς κινήματος για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα, στον τόπο τους:Βανέσα Ρεντγκρέιβ (Vanessa Redgrave), Ντέιμ Τζούντι Ντεντς (Dame Judi Dench), Τζοάνα Λάμλεϊ (Joanna Lumley), Σερ Σον Κόνερι (Sean Connery), Στήβεν Φράϊ (Stephen John Fry), Τζορτζ Κλούνεϊ (George Timothy Clooney), Μπιλ Μάρεϊ (William James "Bill" Murray).
Καί στην παραγωγή αυτή του Νίκου Παπακώστα συμμετέχουν πολλοί και σπουδαίοι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίοι στηρίζουν σθεναρά την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στον τόπο τους. ΄Ολοι όσοι εργαστηκαν για την ταινία το έκαναν εθελοντικά και στα πλαίσια του παγκόσμιου κινήματος για την επιστροφή των μαρμάρων, μιας και όπως λέει και ο συγγραφέας Γιώργος Λεκάκης «τα αγάλματα είναι έμβυα και έμψυχα».
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Συμμετέχουν με τη σειρά εμφάνισης :
Θοδωρής Παπαγιάννης γλύπτης, καθηγητής ΑΣΚΤ, Ιδρυτής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Ελληνικού Ιωαννίνων , Ξενοφών Μουσσάς αστροφυσικός, καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Δεσεκόπουλος Χαράκτης, Βλάσης Αγτζίδης διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας, Γεωργία Ζώη αρχιτέκτων – ηθοποιός, Γιώργος Λεκάκης συγγραφέας, Cemil Turan Bazidi συγγραφέας- δημοσιογράφος, Λευτέρης Παπακώστας ιστορικός-φιλόλογος- συγγραφέας, Γιώργος Μπλάνας ποιητής, Αλέξανδρος Ασωνίτης συγγραφέας, Αριάδνη Παπαϊωάννου αρχιτέκτων – μουσειολόγος, Αντώνης Αντωνίου ηθοποιός – σκηνοθέτης, Γιάννης Δάλλας ομ.καθηγητής πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ποιητής, δοκιμειογράφος και μεταφραστής των αρχαίων λυρικών, Ισμήνη Τριάντη αρχαιολόγος - τ. διευθυντρια του μουσείου της Ακροπόλεως , Βασίλης Χατζηιακώβου εκδότης
ΚΥΡΙΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ:
Γιάννης Γαβρίλης Αφήγηση, Φώτης Λυμπέρης Επεξεργασία ήχου,Φλώρα Αποστολοπούλου Μεταφράσεις, Ισμήνη Τριάντη Επιστημονική σύμβουλος, Νίκος Παπακώστας κείμενα, μουσική, μοντάζ και σκηνοθεσία.

Το ντοκιμαντέρ για τα μνημεία της Άρτας αναφέρεται στο Κάστρο της πόλης, τη Μονή κάτω Παναγιάς, την Αγία Θεοδώρα, την Παρηγορήτρια, το ιστορικό Γεφύρι, την Παναγία των Βλαχερνών, τον Άγιο Δημήτριο του Κατσούρη, τον Άγιο Νικόλαο της Ροδιάς, το Ιμαρέτ  και άλλα με έμφαση στα βυζαντινά και τα μεσαιωνικά. Όσα μνημεία δεν αναφέρονται στο ντοκιμαντέρ καθώς και άλλα που βρίσκονται στην ευρύτερη περιφέρεια θα περιληφθούν στο δεύτερο μέρος του που ήδη έχει ξεκινήσει η παραγωγή του. Ο Νίκος Παπακώστας έχει γράψει τα κείμενα, έκανε τις λήψεις, το μοντάζ και τη σκηνοθεσία, ενώ η μουσική προέρχεται από το έργο του Requiem mediterraneo που παρουσιάστηκε με εξαιρετική επιτυχία στη Λυρική σκηνή Αθηνών και έχει συμπεριληφθεί στο ρεπερτόριο της ιταλικής συμφωνικής ορχήστρας  Compagnia d’ Opera Italiana. Αφηγητής είναι ο ραδιοφωνικός παραγωγός της ΕΡΤ Γιάννης Γαβρίλης,



Καλή αντάμωση το καλοκαίρι στο χωριό.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Ρίτα Μυστακοπούλου- Νάστου

Ευάγγελος Αυδίκος*, Κλαγγές και όνειρα, EFSYN, 4.7.17


panelladikes.jpg

Πανελλαδικές- αποτελέσματαEUROKINISSI/ILIALIVE.GR/ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΟΥΝΗΣ
Πέρασε, ωστόσο, το γεγονός σχεδόν απαρατήρητο. Χωρίς πρωτοσέλιδα. Χωρίς μακροσκελή ρεπορτάζ.
Πρωτίστως χωρίς όσα γίνονταν στο παρελθόν το διάστημα πριν από την ανακοίνωση. Προβλέψεις για τη διακύμανση των βαθμολογιών που απογοήτευαν ή έδιναν πνοή σ’ όσους κινούνταν στη διακεκαυμένη ζώνη για το όνειρο της επιθυμητής επιλογής.
Ηταν τότε που οι εφημερίδες αριθμοποιούσαν τις αγωνίες, τις ανασφάλειες των γονέων. Που αγόραζαν δυο και τρεις εφημερίδες. Στόχος τους η αγορά ελπίδας.
Φέτος δεν υπήρχε «εθνική» κορύφωση. Δεν αποτέλεσε η ανακοίνωση εθνικό γεγονός. Θετική η εξέλιξη, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος παρατηρητής. Δείγμα ωριμότητας, θα προσέθετε κάποιος άλλος.
Η ελληνική κοινωνία δεν εναποθέτει τις επαγγελματικές προοπτικές για την αποκατάσταση των γόνων της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Αν κεφαλαιοποιηθεί αυτή η αντίληψη για αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας ως ωρίμανση θα ήταν παραπλανητική.
Συνεχίζουν βεβαίως οι Ελληνες γονείς να θεωρούν την πανεπιστημιακή εκπαίδευση ως αγαθό, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επαγγελματικής προοπτικής.
Εντυπωσιάζει η αγαλλίασή τους για την υψηλή βαθμολογία των τέκνων τους. Αποτελεί για όλη την οικογένεια τεκμήριο αφοσίωσης και εύρυθμης λειτουργίας των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Ενδεχομένως ικανότητα στοχοπροσήλωσης και αποτελεσματικότητας.
Οι Ελληνες γονείς συνεχίζουν να έχουν ως απωθημένο το καδράρισμα του πτυχίου. Δεν είμαι βέβαιος, ωστόσο, σε τι ποσοστά κυμαίνεται η εκτίμησή τους στο εκπαιδευτικό αγαθό ως πνευματική καλλιέργεια.
Η αθόρυβη ανακοίνωση των βαθμολογιών οφείλεται στο αδιέξοδο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Που δεν μεταφράζεται σε επαγγελματική προοπτική. Είναι η αίσθηση της ακινησίας.
Η επιστροφή σε προγενέστερες μορφές είναι αδύνατη. Τουλάχιστον με τον τρόπο που γινόταν παλιότερα.
Τα χωράφια έχουν μείνει χέρσα κι όταν κάποιος νέος ασχολείται με κτηνοτροφική δραστηριότητα προβάλλεται από τα ραδιοτηλεοπτική μέσα ως αξιομνημόνευτη επιλογή.
Αυτή η ακινησία επιβάλλει έναν διάλογο που θα ανοίξει δρόμους. Που δεν θα επαναλαμβάνεται ως θρηνωδία και επαναλαμβανόμενο μοτίβο για μια επερχόμενη καταστροφή η μετανάστευση των προσοντούχων πτυχιούχων σε προσοδοφόρες –και όχι μόνο-θέσεις της Εσπερίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Ούτε θα σταματήσει αν βελτιωθεί η κατάσταση. Θα περιοριστεί σίγουρα.
Ομως, ο κόσμος σήμερα είναι πολύ ανοιχτός και η κινητικότητα αποτελεί στοιχείο της νέας πραγματικότητας.
Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι μια ελκυστική εκπαίδευση για μαθητές και φοιτητές. Μια εκπαίδευση που θα αναλάβει να διαμορφώσει τις γενιές της μετα-κρίσης.
Οι κλαγγές, λοιπόν, για τις μεταρρυθμίσεις στα εκπαιδευτικά προγράμματα ανήκουν σε εποχές που ξεθωριάζουν.
*καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗ, To «Beata Beatrix» ως αρχή του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού, Αυγή, 26.6.17



Το «Beata Beatrix», γραμμένο το 1920 και πρωτοδημοσιευμένο το 1922 στην ανθολογία, Οι νέοι, που επιμελήθηκε ο Τέλλος Άγρας, είναι το γνωστότερο ποίημα του Τάκη Παπατσώνη. Πρόσφατα αρκετοί μελετητές (Αργυρίου, Βαγενάς, Ελευθεράκης και Ρούσσου) ανέδειξαν τη σημασία του ποιήματος, θεωρώντας το προδρομικό για τον ελληνικό ποιητικό μοντερνισμό και ως την πρώτη εκδήλωση της ιδιότυπης μοντέρνας τεχνοτροπίας του δημιουργού του. Οι παραπάνω κρίσεις για το ποίημα βασίστηκαν στον καθαρά ελεύθερο στίχο, στη γλώσσα του που αποκλίνει από τον δημοτικισμό της εποχής του, στην έκφρασή του που διαφοροποιείται από την ισχύουσα το 1920 τεχνοτροπία. Εύστοχα οι μελετητές έκαναν λόγο για «πρώτο φανέρωμα» ή «πρωθύστερο - προδρομικό» ποίημα, επειδή το 1920 δεν υπήρχε ακόμα ούτε ο ελληνικός ούτε ουσιαστικά και ο ευρωπαϊκός ποιητικός μοντερνισμός.
Το «Beata Beatrix» μπορεί να χωριστεί σε τρεις νοηματικές ενότητες. Στους στ. 1-23 ο αφηγητής ανατρέχει στο παρελθόν και αποτιμά τον δεσμό της βαθιάς αγάπης που τον ένωνε με τη Βεατρίκη. Δεν γίνεται λόγος για έρωτα, αλλά για «αγάπη» και «αγαπημένους». Πρόκειται για έναν δεσμό, βιωμένο μέσα στον πραγματικό κόσμο (δρόμος, κίνηση της πόλης, φυσικά τοπία και φαινόμενα), και συνάμα ονειρικό, εκστατικό, μυστηριακό και κυρίως εσωτερικό, μια σχέση ψυχών που διανύουν ευφορικά, χάρη στη συμπόρευση και τη συνύπαρξη, τον εγκόσμιο βίο τους. Ζουν την αγάπη τους, μέσα στον πραγματικό κόσμο, αλλά κυρίως την ζουν στον διεσταλμένο χρόνο της νύχτας, κάτω από τα άστρα του στερεώματος, με κυρίαρχο στον ουρανό τον φλογερό «Ήλιο των Μεσονυχτίων». Στους στ. 24-29, στη δεύτερη ενότητα του ποιήματος, έρχεται, όμως, ο γήινος Χρόνος, που σηματοδοτείται από την άφιξη της Αυγής και του Ήλιου, και σβήνει τη θέα του νυχτερινού ουρανού. Ο χρόνος της Μέρας τερματίζει τη σχέση και επιφέρει την απώλεια της Βεατρίκης. Η απώλεια πιθανόν να συνέβη με τον βιολογικό θάνατό της, αυτός όμως δεν θεματοποιείται. Τέλος στους στ. 30-32, την τρίτη ενότητα που λειτουργεί ως άμεση συνέχεια της δεύτερης, ο αφηγητής, βιώνοντας τραυματικά την απώλεια της Βεατρίκης και όντας πλέον στην κατάσταση των εγκόσμιων ασχολιών, κάνει μια ικεσία προς τη μνήμη να του χαρίζει κάποτε τις στιγμές του ανθεκτικού στον χρόνο ή και διαρκούς ονείρου που ζούσε και τώρα πια το έχασε.
Σε τι, όμως, έγκειται ακριβέστερα ο προδρομικός ως προς τον μοντερνισμό και ο εισαγωγικός για τη μοντέρνα τεχνοτροπία του Παπατσώνη χαρακτήρας του «Beata Beatrix»; Πιστεύω ότι εντοπίζεται στην βαθιά υπογειωμένη και αφομοιωμένη δαντική ατμόσφαιρα του ποιήματος, που πατά στέρεα στη βάση ενός σύνθετου διακειμενικού και διακαλλιτεχνικού διαλόγου. Όπως επεσήμανε ο Δημήτρης Ελευθεράκης, ο τίτλος (λατινική φράση που σημαίνει «Μακάρια-ευτυχισμένη Βεατρίκη») βασίζεται στον ομώνυμο πίνακα (1864-1870) του προραφαηλιτικού ζωγράφου και ποιητή Dante Gabriel Rossetti (1828-1882). Ο πίνακας αυτός κορυφώνει τον σταθερό δεσμό του Rossetti με την ανθρώπινη μορφή και το έργο του Δάντη. Το θέμα του πίνακα του Rossetti είναι ο θάνατος της Βεατρίκης, όπως ο Δάντης τον θεματοποιεί στο νεανικό έργο του Νέα Ζωή (1295) - η καλή ελληνική μετάφραση από τον Νίκο Κούρκουλο εκδόθηκε το 1996. Στη μορφή της δαντικής Βεατρίκης ο Rossetti έδωσε τη μορφή της πεθαμένης συζύγου του Elizabeth Siddal. Όπως έγραψε σε επιστολή του το 1873, ο Rossetti έβλεπε τον πίνακα «όχι ως αναπαράσταση του συμβάντος του θανάτου της Βεατρίκης, αλλά ως εξιδανίκευση του θέματος, που συμβολοποιείται από μια ξαφνική πνευματική μεταμόρφωση». Στη Νέα Ζωή ο Δάντης ανατρέχει στον έρωτά του για τη Βεατρίκη και παραθέτει τα ποιήματα που έγραψε για να τον εξυμνήσει. Η ανταπόκριση της Βεατρίκης περιορίζεται στο να χαρίσει στον Δάντη ένα βλέμμα και να του απευθύνει έναν χαιρετισμό της. Ύστερα από τον θάνατό της, ο έρωτας του Δάντη για τη Βεατρίκη γίνεται τόσο ισχυρός που αφιερώνει τη ζωή του στην εξύμνηση αυτού του αιώνιου έρωτα. Και στη Νέα Ζωή η Βεατρίκη αναφέρεται ως «Beatrice Beata» (Μακάρια Βεατρίκη), με αναφορά στον θάνατό της, σε αρκετά σημεία. Συνεπώς, ο τίτλος του ποιήματος του Παπατσώνη σημαίνει ουσιαστικά «νεκρή (και γι’ αυτό μακάρια) Βεατρίκη». Ο Παπατσώνης στη δική του «Μακάρια Βεατρίκη» ξαναπιάνει, σαν ένας νεότερος Δάντης, το νήμα του διαλόγου του Rossetti με τον Δάντη, για να το ξετυλίξει και να το φτάσει μέχρι την αρχική πηγή, το ίδιο το έργο του Δάντη και, ειδικότερα, την κεντρική μορφή του, τη Βεατρίκη, που πρωτοεμφανίζεται ως γήινη γυναίκα στη Νέα Ζωή και γίνεται η αγία στην περίφημη [Θεία] Κωμωδία.
Αλλά από το ποίημα δεν λείπει και η σφραγίδα της Κωμωδίας. Η μυσταγωγική ή και αποκαλυπτική κοσμική και συμπαντική εικόνα του νυχτερινού στερεώματος, που διαχέεται στο πρώτο μέρος, έλκει την καταγωγή της από την Κωμωδία, η οποία είναι γεμάτη από αστρονομικές αναφορές. Αναφέρομαι στη γενική αίσθηση που αφήνει το δαντικό ποίημα, ότι δηλαδή ο Δάντης του «Καθαρτηρίου» και του «Παραδείσου» ενατενίζει και εντέλει βλέπει, μέχρι τυφλώσεως, στον ουρανό την αποκάλυψη της θεότητας. Βέβαια στο «Καθαρτήριο» βρισκόμαστε στο φως της μέρας και στον «Παράδεισο» στην διαρκώς εντεινόμενη λάμψη των ουρανών της θεότητας. Στο «Beata Beatrix» το νυχτερινό στερέωμα με τον «φλογερό τον Ήλιο των Μεσονυχτίων» και οι «απέραντες νύχτες» κάτω από αυτό το στερέωμα και τον Ήλιο του φτιάχνουν μιαν αντεστραμμένη ως προς την Κωμωδία κοσμική και συμπαντική εικόνα: στον εγκόσμιο βίο του ο άνθρωπος χρειάζεται τo φως της νύχτας, γιατί αυτό φωτίζει το άπειρο του ουρανού και τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, ενώ η «ανόητη φωτοχυσία» και η «γαλανή εξαφάνιση» της μέρας ουσιαστικά τυφλώνουν τους ανθρώπους.
Πιστεύω ότι το «Beata Beatrix» λειτουργεί κυρίως ως μελέτη θανάτου. Η γνώμη αυτή επιτρέπει τον συγκερασμό του διακειμενικού και του διακαλλιτεχνικού διαλόγου στο ποίημα: τόσο στη Νέα Ζωή όσο και στον πίνακα του Rossetti η Βεατρίκη πεθαίνει και είναι ακριβώς ο θάνατός της που δίνει νέο νόημα στη ζωή. Μην λησμονούμε, επίσης, ότι μελέτη θανάτου μπορεί να θεωρηθεί ένα μεγάλο μέρος της ποίησης του Παπατσώνη. Τότε γιατί ο θάνατος (της Βεατρίκης) στο «Beata Beatrix» δεν αναφέρεται καν; Γιατί για έναν χριστιανό, όπως ο Παπατσώνης, ο θάνατος δεν υπάρχει: είναι η αρχή της νέας ζωής. Αν το ποίημα αναγνωστεί ως μελέτη θανάτου, συγκοινωνεί και η κύρια θεματική ύλη του, η ερωτική, με τον κοσμοθεωρητικό πυρήνα του, τη στέρεα θρησκευτική (χριστιανική) πίστη: ο αφηγητής χάνει την εγκόσμια σύντροφο της ψυχής του και, αδυνατώντας ακόμα να υπερβεί την απώλειά της, καταφεύγει στην ελπίδα της μνήμης (η ικεσία προς την Ανάμνηση συνδέει το «Beata Beatrix» πιθανόν και με την ποίηση του Καβάφη) και όχι τόσο στην πίστη στη νέα της ζωή. Αλλά αυτή η πίστη θα ενισχυθεί και θα διατρανωθεί στο υπόλοιπο ποιητικό έργο του Παπατσώνη, φαίνεται να προλέγει το «Beata Beatrix».
Επίσης το «Beata Beatrix» λειτουργεί ως εκφραστική υλοποίηση του συμπεράσματος του Παπατσώνη για την Κωμωδία στο τέλος της μελέτης του «Ένα τρίπτυχο από τον Παράδεισο του Δάντη» (1963): «Ο παλμός μιας υπαρκτής γήινης γυναίκας διαπερνά ολόκληρο το ποίημα, αλλά και χέρι ανθρώπινο έγραψε τους κόσμους του ουρανού. Χωρίς όμως στη μυστική αυτή σύλληψη να περιφρονήσει ή να λησμονήσει τον ζωντανό άνθρωπο, τους έρωτές του και τα πάθη του και την πορεία του προς την ελευθερία». Η πορεία της ποίησης του εικοσιπεντάχρονου το 1920 Παπατσώνη προς την ελευθερία, έτσι όπως αναπτύχθηκε στο κατοπινό ποιητικό έργο του, ήταν μια πορεία αναγνώρισης του θανάτου ως της αφετηρίας για τη νέα και την αιώνια ζωή. Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι πράγματι το Beata Beatrix» λειτουργεί ως αρχή του ελληνικού μοντερνισμού αλλά και ως ποίημα προδρομικό του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, διαλεγόμενο σε βάθος με τον Δάντη. Όχι, όμως, εκείνον της «Κόλασης», όπως γνωρίσαμε δύο χρόνια αργότερα στην Έρημη χώρα(1922) του Έλιοτ, αλλά εκείνον κυρίως του «Παραδείσου».

*Ο Ευριπίδης Γαραντούδης διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο ΕΚΠΑ

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Νάστος Γιώργος , Με τον Εγγονόπουλο στην Ανδρο, TO BHMA



Εκατόν δέκα ζωγραφικά έργα και δεκαπέντε ποιήματα αναδεικνύουν το έργο ενός από τους σημαντικότερους έλληνες εκφραστές του υπερρεαλισμού
Με τον Εγγονόπουλο στην Ανδρο




Αν είστε λάτρεις του δεν το συζητάμε, θα ενθουσιαστείτε και θα συγκινηθείτε, όμως ακόμη κι αν δεν αγαπάτε τον Νίκο Εγγονόπουλο, αν βρίσκετε τη ζωγραφική του μονότονη και υπερβολικά επηρεασμένη από τις ιδέες του Τζόρτζιο ντε Κίρικο ή αν θεωρείτε την ποίησή του ακαταλαβίστικη αξίζει να επισκεφθείτε την Ανδρο για να δείτε την έκθεση «Με τα χρώματα του λόγου και τον λόγο των χρωμάτων».

Οχι μόνο διότι μπορεί να αντικρούσει ή να επιβεβαιώσει τις απόψεις σας (και ο διαπραγματευτικός διάλογος σε αυτά τα θέματα είναι πάντα χρήσιμος) αλλά γιατί - χάρη, κυρίως, στον σχεδιασμό του εικαστικού Ανδρέα Γεωργιάδη - το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή προσφέρει εφέτος ένα πλήρες, εντυπωσιακό ταξίδι μύησης στο πολύπλευρο έργο του Εγγονόπουλου, ενθαρρύνοντας τον διάλογο με τις ιδιαιτερότητες, τις εμμονές και τις ευαισθησίες του.

Εκατόν δέκα ζωγραφικά έργα και 15 επιλεγμένα ποιήματα υπογραμμίζουν τα στοιχεία που τον ανέδειξαν σε κυρίαρχο πρωτοπόρο του ελληνικού υπερρεαλιστικού κινήματος. Η ξενάγηση αρχίζει σε μαύρο φόντο. Μια φωτογραφία από το ατελιέ του στην οποία φαίνεται, ελαφρώς κομμένη, μια αυτοπροσωπογραφία του 1935 είναι αναρτημένη δίπλα σε ένα καβαλέτο με το ίδιο το έργο (inception!) και συνομιλούν πλαγίως με «Το πνεύμα της μοναξιάς», έναν αρκετά γνωστό πίνακα του 1939, με πολλά από τα σύμβολα που απασχόλησαν στη συνέχεια τον καλλιτέχνη αποτυπωμένα στον καμβά.

Στον τοίχο είναι γραμμένη η φράση του ζωγράφου και ποιητή: «Το έργο τέχνης είναι μια σιγοψιθυριστή εξομολόγηση προς ανθρώπους ευγενικούς». Τη διαβάζεις και δεν γίνεται να μη σκεφθείς τις λοιδορίες, τους χλευασμούς και τις απορρίψεις που συνάντησε στο ξεκίνημά του ο Εγγονόπουλος, γοητευμένος από τον σουρεαλισμό, ένα κίνημα που δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικό αλλά και κάτι παραπάνω: μια στάση ανατροπής της ζωής και της τέχνης.

Επτά ενότητες

Η έκθεση αποτελείται από επτά θεματικές ενότητες που δεν ακολουθούν χρονολογική σειρά. Η πρώτη ενότητα είναι αφιερωμένη στις βυζαντινές του επιρροές: πορτρέτα τύπου φαγιούμ και προσωπογραφίες αγίων. Προτού άλλωστε ξεκινήσει τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το 1932, ο Εγγονόπουλος είχε δείξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θρησκευτική ζωγραφική και μυήθηκε στην τέχνη της αγιογραφίας από τον Φώτη Κόντογλου. Ηταν τυχερός καθώς, όπως εξηγεί η επιστημονική σύμβουλος της έκθεσης Κατερίνα Περπινιώτη-Αγκαζίρ: «Ο Κόντογλου και ο Παρθένης, ενώ είχαν μια δική τους τεχνοτροπία, προέτρεπαν τους μαθητές τους να ανοίξουν τα φτερά τους και να βρουν τη δική τους γλώσσα. Ηταν μεγάλοι δάσκαλοι που δεν δίδασκαν την τέχνη τους αλλά δίδασκαν την τέχνη». Αξίζει να σημειωθεί πως ο Κόντογλου ζήτησε μόνο από δύο μαθητές του, τον Εγγονόπουλο και τον Γιάννη Τσαρούχη, να τον βοηθήσουν να φιλοτεχνήσει τις τοιχογραφίες του σπιτιού του.

Η επόμενη ενότητα εστιάζει στη μορφή της γυναίκας, μια μορφή που διατρέχει το σύνολο του έργου του Νίκου Εγγονόπουλου. Γυναίκες απρόσωπες, με βαριά στήθη, πεταχτές ρώγες και φαρδιά λεκάνη, γυναίκες αινιγματικές και όμως τόσο αναγνωρίσιμες. Στη συνέχεια αναδεικνύεται μία από τις βασικές θεματικές στο έργο, το δίπολο άνδρα-γυναίκας δηλαδή. Αγνωστα ή γνωστά ζευγάρια, προερχόμενα από τη μυθολογία ή τη λογοτεχνία, η Μήδεια και ο Ιάσων, για παράδειγμα, τα σώματα των οποίων εκφράζουν και φέρνουν στην επιφάνεια τον πόθο ή την αδιαφορία, τη φλόγα ή την κούραση, την έλξη ή την άπωση.

Η έκθεση συνεχίζεται με τις ενότητες Μυθολογία και Ηρωες. Ηδη από το 1938 ο Νίκος Εγγονόπουλος, ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών μεγάλων καλλιτεχνών της μοντέρνας τέχνης, καταπιάνεται με την ελληνική μυθολογία. Πολύ σημαντική θέση στο προσωπικό πάνθεον του Νίκου Εγγονόπουλου, εκτός από τους μυθικούς και λογοτεχνικούς ήρωες, κατέχουν και ορισμένα ιστορικά πρόσωπα. Επιλέγει να φιλοτεχνήσει εξέχουσες μορφές της Ιστορίας, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο δημοφιλείς, που όμως τον επηρεάζουν και τον εμπνέουν. Σε αυτή την ενότητα μια βιτρίνα φιλοξενεί δακτυλόγραφα από την εμβληματική ποιητική σύνθεση «Μπολιβάρ» ενώ από κρυμμένα ηχεία ακούγεται η φωνή του Εγγονόπουλου που απαγγέλλει τους στίχους του.  

Ψυχογραφίες σπιτιών

Ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης έχει γράψει πολύ εύστοχα: «Τα σπίτια του Εγγονόπουλου είναι "ψυχογραφίες" σπιτιών». Στην έκτη ενότητα βλέπουμε το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για την αρχιτεκτονική και την ικανότητά του να αποδίδει τη γοητεία πολλών κατοικιών με το βλέμμα ενός ζωγράφου γνώστη των λεπτομερειών της προοπτικής. Ο Νίκος Εγγονόπουλος ξεκινά να δημιουργεί τις πρώτες του αρχιτεκτονικές μελέτες ήδη από το 1934, όταν διορίζεται ημερομίσθιος υπάλληλος στην Τοπογραφική Υπηρεσία του υπουργείου Δημοσίων Εγων. Τον Ιανουάριο του 1938 παρουσιάζει στην έκθεση «Τέχνη της νεοελληνικής παράδοσης» στην γκαλερί Στρατηγοπούλου, τοπογραφικές μελέτες σπιτιών της Δυτικής Μακεδονίας. Συνεργάζεται με τον Πικιώνη και τον βοηθάει να κατασκευάσει μακέτες αρχοντικών σπιτιών για το υφυπουργείο Τουρισμού ενώ αργότερα, μετά το πέρας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ταξιδεύουν μαζί σε όλη την Ελλάδα, σχεδιάζοντας κτίρια σε περιοχές που έχουν καταστραφεί από τις μάχες, αυτή τη φορά για λογαριασμό του υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδόμησης.  

Για το τέλος μένει ο «θεατρικός» Εγγονόπουλος, ο οποίος από το 1938 έως το 1965 ανέλαβε τη σκηνογραφική και ενδυματολογική επιμέλεια για δεκαέξι συνολικά παραστάσεις, μεταξύ των οποίων αρχαίες τραγωδίες, παραστάσεις σύγχρονου θεάτρου και μπαλέτα. Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1959 σχεδίασε τα κοστούμια των παραστάσεων «Ιων» του Ευριπίδη και «Προμηθεύς δεσμώτης» του Αισχύλου που ανέβηκαν στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία του Λίνου Καρζή. Τα πρωτότυπα σχέδια των κοστουμιών αυτών, με δείγματα υφασμάτων καρφιτσωμένα επάνω τους, παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό στο πλαίσιο της έκθεσης, την οποία συνοδεύει ένας εξόχως ενδιαφέρων δίγλωσσος κατάλογος με κείμενα του διευθυντή του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Κυριάκου Κουτσομάλλη, της επιμελήτριας Μαρίας Κουτσομάλλη-Μορώ, του ομότιμου καθηγητή στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Σωτήρη Σόρογκα, του ποιητή Θανάση Χατζόπουλου και της ιστορικού τέχνης Κατερίνας Περπινιώτη-Αγκαζίρ.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Στέφανος Ροζάνης*, Ο αρθρογράφος ως διαμεσολαβητής, EFSYN,26.6.17


Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς     Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς

Ερωτας και εξέγερση

Ελεγε ο Καζαντζάκης ότι δεν ανήκει στους συγγραφείς που γράφουν με το μυαλό τους ούτε σ’ αυτούς που γράφουν με την ψυχή τους, αλλά σε εκείνους που γράφουν με τα νεφρά τους.
Ετσι και με τον Περικλή Κοροβέση. Βιολογική η γραφή του· γράφει αυτό που είναι και ταυτόχρονα γίνεται αυτό που είναι, πιστός στον παλιό παππού (Πίνδαρο) «γέννοιο οίος έσσι μαθών»: μάθε και γίνε αυτό που είσαι.
Ο Περικλής γράφει απλά, κατανοητά, κατέχοντας καλά το θέμα που πραγματεύεται -αυτό γιατί σέβεται τους αναγνώστες, τη λαϊκή αγωνία, αλλά και τα παιχνιδίσματα του κορμιού του και του πνεύματός του. Γραφή λιτή κι απείθαρχη σε ακαδημαϊσμούς και γραμματικούς κανόνες (παρότι δεν τους παραβιάζει), ελεύθερη και ανεξάρτητη· γραφή αντάρτισσα και παιχνιδιάρα - επινεφρίδια!
Η καθημερινότητα είναι η ίδια η ζωή του συγγραφέα την οποία μεταφέρει μετά από πολλή ανάλυση στο χαρτί της εφημερίδας. Ψάχνει τη λεπτομέρεια και κυρίως ενδιαφέρεται για τις ιστορικές και ιδεολογικές παρεκκλίσεις· αυτές τον γοητεύουν και τον προσκαλούν στα μυστήριά τους και στη δική τους σαγήνη. Η ουσία βρίσκεται στη διαφορά, η ετερότητα δίνει νόημα στην ταυτότητα.
Ξέχασα (;) να σημειώσω πόσο ερωτικός συγγραφέας είναι - καθόλου μετριοπότης, το αντίθετο. Μια ζωή ψάχνει τους χαμένους και τους «τρελούς», τους εξεγερμένους και τις ωραίες γυναίκες, τον βελτιωμένο πνευματικά και συναισθηματικά άνθρωπο. Ολα αυτά τα γράφει με θάρρος και αγάπη· πολλή αγάπη.
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Το βιβλίο του Περικλή Κοροβέση, το οποίο θα επιχειρήσω εν συντομία να παρουσιάσω, με αναγκάζει να μιλήσω για τον Κοροβέση όχι ως συγγραφέα, με την κλασική έννοια του όρου, δηλαδή ως συγγραφέα μυθοπλασιών και ειδών μυθοπλασίας, όπως κατ' ουσίαν είναι, αλλά ως αρθρογράφο.
Και βέβαια, η διαφορά μεταξύ του συγγραφέα-μυθοπλάστη και του συγγραφέα υπό την ιδιότητα του αρθρογράφου είναι μεγάλη, μιας και η μυθοπλασία διαφέρει κατά το είδος από την αρθρογραφία ή, εν πάση περιπτώσει, η λειτουργία και απεύθυνση των δύο ειδών είναι ασφαλώς απολύτως διακριτές και ως πρόθεση και ως είδος γραφής.
Η αρθρογραφία, παρά την οξύτητα που μπορεί να διαθέτει και παρά την ιδεολογική μαχητικότητα και καθαρότητά της, είναι μια διαμεσολάβηση. Δηλαδή, διαμεσολαβεί ανάμεσα στο έντυπο μέσο επικοινωνίας και τον αναγνώστη του.
Αυτό σημαίνει ότι η αρθρογραφία δεν μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως είδος γραφής, όπως για παράδειγμα ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα, αλλά ο οποιοσδήποτε προσδιορισμός της έχει κατ' επέκταση αντίκτυπο στο μέσο επικοινωνίας και μάλιστα ηχηρό αντίκτυπο, αφού παρέχει τη δυνατότητα μιας διαφορετικής ύπαρξης και λειτουργίας στο μέσο επικοινωνίας.
Με αυτό θέλω να πω ότι η αρθρογραφία δεν είναι η καταγραφή των πάσης φύσεως γεγονότων που συμβαίνουν, δεν είναι δηλαδή η καταγραφή ειδήσεων ή η έκφραση γνώμης, όπως απαιτεί η λειτουργία του σχολιασμού των γεγονότων και των ειδήσεων, αλλά είναι ένα εργαλείο παρέμβασης, ένας έλεγχος κριτικός της πληροφορίας, μια διαρκής αναζήτηση πολιτιστικού προτύπου, το οποίο έχει τη δυνατότητα να εισβάλλει μέσα στο κοινωνικό γεγονός και να το αποκαλύπτει ερμηνεύοντάς το στη βάση των αξιακών κλιμάκων του αρθρογράφου.
Και ακριβώς με αυτή την έννοια η αρθρογραφία διαμεσολαβεί μεταξύ του μέσου επικοινωνίας και του αναγνώστη του: ως ανάδειξη αξιακών κλιμάκων που επηρεάζουν ουσιαστικά τη δομή των γεγονότων και διερμηνεύουν την πληροφορία ως «κοινωνία ανθρώπων», για να μεταχειριστώ κάποια μάλλον κλασική έκφραση.
Αυτή η διαρκής αναζήτηση πολιτιστικού προτύπου και αυτή η αγωνία, θα έλεγα, ανάδειξης αξιακών κλιμάκων χαρακτηρίζουν με καθαρότητα την αρθρογραφία του Περικλή Κοροβέση, τον ψυχικό, συναισθηματικό και γνωστικό μόχθο που ο Κοροβέσης καταβάλλει προκειμένου να διαμεσολαβήσει ανάμεσα στο μέσο επικοινωνίας και τον αναγνώστη του μέσου.
Ας μου επιτραπεί εδώ να παραθέσω μια απαξιωτική για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας απόφανση του Φρίντριχ Νίτσε, προκειμένου, μέσα από την εν συνόλω απαξίωση ενός είδους μαζικής επικοινωνίας, να επιχειρήσω τη διατύπωση μιας θετικής αντίληψης για τον τρόπο και τη λειτουργία της αρθρογραφίας στη σημερινή αδιέξοδη προοπτική των μετανεωτερικών μας κοινωνιών και πολιτικών πραγμάτων.
Εγραψε ο Νίτσε: «Το δημοσιογραφικό έντυπο παίρνει τώρα τη θέση της παιδείας και όποιος εξακολουθεί να έχει αξιώσεις για μόρφωση στηρίζεται πια -έστω κι αν είναι ο ίδιος επιστήμονας- σε αυτό το ενδιάμεσο κολλητικό στρώμα που στοκάρει τους αρμούς ανάμεσα σε κάθε κοινωνική τάξη, σε κάθε τέχνη, σε κάθε επιστήμη και που είναι τόσο στέρεο και σίγουρο όσο μόνο το δημοσιογραφικό έντυπο μπορεί να είναι. Στην εφημερίδα κορυφώνονται οι ιδιότυποι μορφωτικοί στόχοι της εποχής μας».
Η απόφανση του Νίτσε είναι τραγικά αληθής. Τουλάχιστον σήμερα περισσότερο από το παρελθόν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πράγματι, κάτω από τους όρους και τις συνθήκες της μετανεωτερικότητάς μας, της παγκοσμιοποιημένης τάξης πραγμάτων, της μαζοκοινωνίας και της μαζοκουλτούρας, την οποία η μαζοκοινωνία εκτρέφει και διαρκώς ενισχύει παντοιοτρόπως, η αξίωση της μόρφωσης, η αξίωση της εξάπλωσης της μόρφωσης, εκβάλλει σχεδόν αποκλειστικά στη «δημοσιογραφική κοίτη», διαμορφώνοντας ένα διαδεδομένο είδος αναγνώστη, ο οποίος, μολονότι μπορεί να είναι ο ίδιος επιστήμονας, στηρίζει την αξίωσή του για μόρφωση στο μέσο μαζικής επικοινωνίας: στην εφημερίδα που είναι, για να χρησιμοποιήσω τη νιτσεϊκή ορολογία, «ο υπηρέτης της στιγμής».
Και όμως, μέσα από τη δραματική προειδοποίηση του Νίτσε μπορούμε να ανασύρουμε ένα πολιτιστικό κοίτασμα κατάφασης και θετικότητας για την εποχή μας των στερεοτύπων και των ομοιωμάτων, τόσο των κοινωνικών όσο και των πολιτιστικών: την αξίωση της μόρφωσης και της εξάπλωσης της μόρφωσης, έξω όμως, και πέρα από τη δομή της συστημικής γνώσης που οι θεσμοί επιβάλλουν ως εργαλεία χρήσης, δημιουργώντας εργαλειακούς επιστήμονες, οργανικούς διανοουμένους και επαγγελματίες της πληροφόρησης και της επικοινωνίας.
Τα λέω αυτά, διότι πιστεύω ότι, στις πράγματι δημιουργικές της στιγμές, η αρθρογραφία μπορεί να υπηρετήσει τις αξιώσεις για μόρφωση, ενάντια στις θεσμοθετημένες μορφές της γνώσης, της ακαδημαϊκής διαστροφής και της εργαλειακής χρήσης των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών θεωριών, με το πρόσχημα της εξυπηρέτησης του κοινού αγαθού που είναι η παιδεία και η μόρφωση.
Αλλωστε, έχω τη βεβαιότητα ότι το εγχείρημα του Κοροβέση να λειτουργήσει ως αρθρογράφος ενός μέσου μαζικής επικοινωνίας είναι να υπηρετήσει, με τον δραστικότερο δυνατό τρόπο, την αξίωση της μόρφωσης και της εξάπλωσης της μόρφωσης αντισυστημικά, έστω και αν η ίδια η δομή του μέσου είναι η δομή εκείνη που υπηρετεί τη στιγμή.
Ο Κοροβέσης το ομολογεί απερίφραστα στο προλογικό κείμενο του βιβλίου του. Γράφει για τα αρθρογραφήματά του: «Είναι απλώς μαρτυρίες μιας εποχής, και η όποια αξία τους έγκειται στο κατά πόσον ερμηνεύουν και εξηγούν εκείνη τη στιγμή».
*Καθηγητής Φιλοσοφίας, συγγραφέας