Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Α.Βιστωνίτης, Τα απομνημονεύματα δύο ζωντανών μύθων που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο κυνήγι των ναζί, ΤΟ ΒΗΜΑ, 17.1.16

Μπεάτε και Σερζ Κλάρσφελντ


Μπεάτε και Σερζ Κλάρσφελντ
Η Μπεάτε και ο Σερζ στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος, το 2011, στην αίθουσα των εκτοπισμένων παιδιών
 


Μπεάτε και Σερζ Κλάρσφελντ
Απομνημονεύματα.
Κυνηγώντας τους ναζί
Μετάφραση Καρίνα Λάμψα.
Εκδόσεις Καπόν, 2015,
σελ. 495, τιμή 24,50 ευρώ

Τον Μάιο του 1960 σε έναν σταθμό του μετρό στο Παρίσι μια νεαρή Γερμανίδα συναντά κάποιον 35χρονο που την πλησιάζει και τη ρωτά αν είναι Αγγλίδα. Ερωτας με την πρώτη ματιά, καθώς λέει η κοινοτοπία. Τρία χρόνια αργότερα θα παντρευτούν. Η κοπέλα ονομάζεται Μπεάτε Κίντσελ, προέρχεται από μικροαστική οικογένεια και ο πατέρας της έχει υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνος λέγεται Σερζ Κλάρσφελντ, είναι εβραϊκής καταγωγής, γεννημένος στη Ρουμανία. Τον Οκτώβριο του 1943 ο πατέρας του συνελήφθη από την Γκεστάπο και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Αουσβιτς-Μπιρκενάου, όπου και πέθανε.

Ως τότε η Μπεάτε δεν ήξερε πολλά για τα εγκλήματα των ναζιστών αξιωματούχων εντός και εκτός Γερμανίας. Κυρίως δεν γνώριζε πως αρκετοί εγκληματίες πολέμου υπεύθυνοι για την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν αλλά και κάποιοι από αυτούς διέφυγαν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Μέσης Ανατολής. Ορισμένοι μάλιστα που παρέμειναν στις χώρες τους κατάφεραν να αποκτήσουν υψηλά αξιώματα, όπως ο Μορίς Παπόν, αξιωματούχος του Καθεστώτος του Βισύ και υπεύθυνος για τη μεταφορά στο κολαστήριο του Αουσβιτς 1.600 Εβραίων από τη Γαλλία (ανάμεσά τους και 223 παιδιά). Ο Παπόν έφτασε να εκλεγεί βουλευτής και επιπλέον να γίνει υπουργός Προϋπολογισμού (1978-1981) επί προεδρίας Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εστέν.

Από τη δεκαετία του 1960 το ζεύγος Κλάρσφελντ αφιέρωσε τη ζωή του στην προσπάθεια να εντοπιστούν και να προσαχθούν σε δίκη πολλοί διαβόητοι εγκληματίες πολέμου που είτε παρέμειναν στις χώρες τους είτε διέφυγαν στο εξωτερικό και τα ίχνη τους είχαν χαθεί, όπως: ο Γιόζεφ Μένγκελε, ο γιατρός του Αουσβιτς που χρησιμοποιούσε τους κρατουμένους ως πειραματόζωα και τον αποκαλούσαν «άγγελο του θανάτου». Ο Αλόις Μπρούνερ (το «δεξί χέρι» του Αϊχμαν), υπεύθυνος για τη μεταφορά στα στρατόπεδα θανάτου του Τρίτου Ράιχ 125.000 Εβραίων από την Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Σλοβακία και την Αυστρία. Ο Κλάους Μπάρμπι, ο αποκαλούμενος «χασάπης της Λυών». Ή ο φοβερός Βάλτερ Ράουφ, ο οποίος είχε αναπτύξει ένα σύστημα κινητών θαλάμων αερίων, όπου μέσα σε ειδικά οχήματα πέθαναν περίπου 150.000 κρατούμενοι.

Η δράση του ζευγαριού καλύπτει πάνω από μισόν αιώνα. Πέρυσι εξέδωσαν ένα βιβλίο που έγραψαν από κοινού (κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας). Απομνημονεύματα το χαρακτηρίζουν, αλλά το περιεχόμενο το ορίζει ο υπότιτλός του: Κυνηγώντας τους ναζί. Ηταν ένα κυνηγητό επίμονο που  διήρκεσε ολόκληρες δεκαετίες. Για να εκδοθεί λ.χ. ο Κλάους Μπάρμπι στη Γαλλία έπρεπε να περάσουν 38 χρόνια από το τέλος του πολέμου.

Ο Μορίς Παπόν προσήχθη σε δίκη και καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση μόλις το 1998, μολονότι  το 1981 η γνωστή εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα «Canard Εnchaine» δημοσίευσε ντοκουμέντα της συνεργασίας του με τους γερμανούς κατακτητές.

Τρεις άλλοι γνωστοί ναζιστές εγκληματίες, ο Χέρμπερτ Χάγκεν, ο Κουρτ Λίσκα και ο Ερνστ Χάινριχσον, ζούσαν μια χαρά στη Γερμανία και έπρεπε να φτάσουμε στο 1980, όταν το δικαστήριο της Κολονίας όπου προσήχθησαν τους καταδίκασε σε πολυετείς φυλακίσεις. Αυτά και πολλά ακόμη αναλύονται λεπτομερώς στο βιβλίο του ζεύγους Κλάρσφελντ.

Ο μεγαλύτερος κυνηγός των ναζιστών εγκληματιών πολέμου ξέρουμε πως ήταν ο Σιμόν Βίζενταλ, αλλά και η δραστηριότητα των Κλάρσφελντ δεν υπολείπεται. Η προσπάθειά τους υπήρξε τεράστια και οι δυσκολίες έμοιαζαν αξεπέραστες. Πρώτα θα έπρεπε να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα στοιχεία που πιστοποιούσαν τις ευθύνες των ναζιστών εγκληματιών. Επειτα να τους εντοπίσουν, αφού πολλοί είχαν αλλάξει όνομα και ζούσαν σε χώρες όπου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψει κάποιος τα ίχνη τους, και επιπλέον να τους αναγνωρίσουν από τις παλιές φωτογραφίες. Και τέλος να επιτύχουν την έκδοσή τους είτε στη Γερμανία είτε στη Γαλλία.

Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής που τελούσαν υπό δικτατορικό καθεστώς, όπως η Αργεντινή του Περόν ή η Παραγουάη του Στρέσνερ, το τελευταίο ήταν σχεδόν αδύνατον. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, πως τον Αϊχμαν δεν τον παρέδωσε η κυβέρνηση της Αργεντινής, αλλά τον απήγαγε με κινηματογραφικό τρόπο η ισραηλινή Μοσάντ, η οποία τον παγίδευσε, τον νάρκωσε, τον έκλεισε σε σπίτι που χρησιμοποιήθηκε επί τούτου για τη φύλαξή του και στη συνέχεια τον μετέφερε με εμπορικό αεροπλάνο της El Al στο Ισραήλ, όπου καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε. Τότε μάλιστα η Αργεντινή δημιούργησε τεράστιο ζήτημα στον ΟΗΕ κατηγορώντας το Ισραήλ για ωμή επέμβαση στα εσωτερικά της και παραβίαση της εθνικής της κυριαρχίας. Από τους 2.000 ναζιστές εγκληματίες πολέμου που κατάφεραν να διαφύγουν στη Λατινική Αμερική οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Αργεντινή.

Κατά μίμηση της Μοσάντ  
Το παράδειγμα της Μοσάντ επιχείρησαν να μιμηθούν και οι Κλάρσφελντ. Το 1974 προσπάθησαν να απαγάγουν τον Κουρτ Λίσκα, στέλεχος της Γκεστάπο που έδρασε όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και στην κατεχόμενη Γαλλία. Η προσπάθεια απέτυχε, όπως και η άλλη: να απαγάγουν τον Κλάους Μπάρμπι που τον εντόπισαν στη Βολιβία το 1971, όπου ζούσε ως Κλάους Αλτμαν. «Εμπειρογνώμονας» όσον αφορά τις διώξεις κομμουνιστών (υπάρχουν ενδείξεις ότι βοήθησε τη CIA να εντοπίσει και να συλλάβει τον Τσε Γκεβάρα), ο Μπάρμπι εκδόθηκε στη Γαλλία μόλις τo 1983, καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και πέθανε στη φυλακή το 1991 από λευχαιμία.    

Οι Κλάρσφελντ είχαν υπομονή, επιμονή και μεγάλο θάρρος. Και δεν πτοήθηκαν από το γεγονός ότι η οργάνωση ODESSA, που είχαν συστήσει πρώην στελέχη των SS και φρόντιζε για τη διαφυγή πολλών εγκληματιών πολέμου στη Λατινική Αμερική, έβαλε το 1979 βόμβα στο αυτοκίνητό τους, η οποία εξερράγη, χωρίς όμως να πάθει κανείς τίποτε.

Ο ναζιστής καγκελάριος
Από το βιβλίο προκύπτει η μαχητικότητά τους - της Μπεάτε ιδίως - που το 1968 (ήταν 28 ετών) σε σύνοδο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας στο Βερολίνο κατάφερε να πλησιάσει και να χαστουκίσει τον γερμανό καγκελάριο Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ, τον οποίο πιο μπροστά είχε κατηγορήσει πολλές φορές ως ναζιστή. (Δικαίως, αφού o Κίζινγκερ υπήρξε όχι απλώς μέλος του ναζιστικού κόμματος από το 1933 αλλά και από το 1943 ως το 1945 δεύτερος τη τάξει στο σύστημα ραδιοφωνικής προπαγάνδας του Τρίτου Ράιχ και κύριος διαμεσολαβητής ανάμεσα στο υπουργείο Εξωτερικών του Ρίμπεντροπ και στο υπουργείο Προπαγάνδας του Γκέμπελς.)

Ο κορυφαίος φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς κατήγγειλε τότε το γεγονός ότι ένας πρώην ναζιστής κατάφερε να αναρριχηθεί στο ύπατο αξίωμα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Και ο Γκύντερ Γκρας επίσης το κατήγγειλε, αλλά καταδίκασε την ενέργεια της Μπεάτε. Αντίθετα, ένα άλλος σπουδαίος γερμανός συγγραφέας, ο Χάινριχ Μπελ, της έστειλε μιαν ανθοδέσμη.

Οι Κλάρσφελντ δεν τα κατάφεραν με τον Μένγκελε και τον Αλόις Μπρούνερ (προστατευόμενο του Χάφεζ αλ Ασαντ της Συρίας) που πέθαναν από φυσικά αίτια. Ούτε με τον Βάλτερ Ράουφ, που επίσης πέθανε από φυσικά αίτια στη Χιλή. Αλλά τα όσα επέτυχαν δεν είναι διόλου λίγα, παρά τους δισταγμούς, την αδιαφορία, ενίοτε και τον οπορτουνισμό των δυτικών κυβερνήσεων. Αποδεικνύοντας ότι κανένα πολιτικό σύστημα και καμία σκοπιμότητα δεν είναι ανώτερα της αλήθειας και του αισθήματος δικαίου και πως αν ο κόσμος θέλει να αποφύγει την επανάληψη των φρικαλεοτήτων του 20ού αιώνα, θα πρέπει να διατηρήσει στο ακέραιο τη μνήμη των θυμάτων. Κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης θα σκεφθεί πως ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος αν είχαμε και άλλους Κλάρσφελντ.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Περικλής Κοροβέσης,H δικτατορία των φελλών,EFSYN,16.1.16


perikliskorovesis.jpg

Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα των ΣυντακτώνΠερικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα τών Συντακτών

Για μένα το ερώτημα τίθεται αλλιώς.
Τελικά ποιοι είναι αυτοί που αποκαλούμε διανοούμενους; Είναι ένα αποσαφηνισμένο επάγγελμα, όπως του τσαγκάρη ή της μοδίστρας;
Είναι οι πανεπιστημιακοί, οι επιστήμονες, οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες; Μπορεί κάποιος να τους κατατάξει σε ένα ενιαίο σύνολο;
Μια πρόχειρη απάντηση που δίνουν πολλοί είναι πως διανοούμενοι είναι αυτοί που σκέπτονται. Αυτή η απάντηση είναι λάθος γιατί όλοι οι άνθρωποι σκέπτονται, εκτός από αυτούς που υποφέρουν από την ασθένεια Αλτσχάιμερ.
Κάποιος φίλος, που είχαμε μια σχετική συζήτηση, υποστήριζε με θέρμη πως δίπλα στους πάσχοντες από Αλτσχάιμερ πρέπει να βάλουμε και τους επαγγελματίες πολιτικούς καριέρας.
Διαφώνησα βέβαια. Ενας που θέλει να αναρριχηθεί στην πυραμίδα της εξουσίας πρέπει να είναι άσος στην ίντριγκα και τη ραδιουργία, σαΐνι στους τακτικισμούς, να έχει σωστό προσανατολισμό προς την πλευρά που έχει την πιθανότητα να νικήσει, να ξέρει να λέει μόνο αυτά που τον συμφέρουν κολακεύοντας την ιεραρχία και προπαντός να χειρίζεται άριστα την τέχνη του ψεύδους.
Ακόμη, να έχει τη δεξιοτεχνία να κινείται χωρίς πρόβλημα από τον έναν πολιτικό χώρο στον άλλον και να αλλάζει απόψεις, όπως ο χαμαιλέοντας το χρώμα του. Και όλα αυτά απαιτούν σκέψη.
Αλλά αυτό δεν αρκεί για να ονομάσουμε τον πολιτικό διανοούμενο. Αλλού πρέπει να ψάξουμε για να βρούμε μια απάντηση.
Ο Ρολάν Μπαρτ είχε πει πως δεν είναι συγγραφείς όλοι όσοι γράφουν βιβλία. Και έκανε τη διάκριση ανάμεσα σε συγγραφείς και γράφοντες.
Οι πρώτοι, πάντοτε λίγοι, και συχνά ελάχιστα γνωστοί, είναι αυτοί που μπορούν να φτάσουν στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, εκεί που μόνο η τρέλα μπορεί να φτάσει, και να αναδυθούν αλώβητοι -όχι πάντα- δίνοντάς μας τη μαρτυρία της κατάδυσής τους.
Και αυτό βέβαια ισχύει για όλες τις τέχνες. Αλλά μπορούμε να μεταφέρουμε τη διάκριση του Μπαρτ και στις άλλες τέχνες ή σε επαγγέλματα που έχουν σχέση με το γράψιμο.
Και έτσι έχουμε: ζωγράφοι - ζωγραφίζοντες, ηθοποιοί-ηθοποιίζοντες, καλλιτέχνες-καλλιτεχνίζοντες, δημοσιογράφοι-δημοσιογραφίζοντες, τραγουδιστές-τραγουδίζοντες κ.λπ.
Οι γράφοντες δεν ασχολούνται με την ψυχή του ανθρώπου, αλλά με κάποιο θέμα που μπορεί να πιάσει εμπορικά. Εξάλλου, είναι και το πρώτο πράγμα που σε ρωτάει ο εκδότης όταν του πηγαίνεις ένα βιβλίο. «Περί τίνος πρόκειται;»
Και αν ο συγγραφέας κάνει το λάθος να δώσει μια μικρή περίληψη, μπορεί ο εκδότης να το έχει απορρίψει ήδη με την ευγενική φράση «ευχαριστούμε για την εμπιστοσύνη σας, θα σας απαντήσουμε μόλις περάσει από την επιτροπή». Και η απάντηση δεν έρχεται ποτέ.
Και μια μικρή παρένθεση: Ενας νεαρός συγγραφέας που είχε μια τέτοια εμπειρία έστειλε σε όλους τους έγκριτους γαλλικούς εκδοτικούς οίκους το πρώτο βιβλίο της Μαργκερίτ Ντιράς, με άλλο όνομα. Και όλοι τους το απέρριψαν. Οι εκδότες -μιλάμε για τους εμπορικούς- ενδιαφέρονται για το κέρδος που είναι συνδεδεμένο με το θέμα.
Αν υποθέσουμε πως μια Βόσνια μουσουλμάνα ξεπεράσει προκαταλήψεις και φόβους και μας δώσει μια μαρτυρία για τον διαδοχικό βιασμό της από Σέρβους στρατιώτες, έχει λίγες πιθανότητες να βρει εμπορικό εκδότη, γιατί το θέμα δεν πουλάει. Αλήθεια, ποια ήταν τα θέματα του Προυστ ή του Τζόις;
Ή ακόμα του Ομήρου και των αρχαίων τραγικών; Αντίθετα, αν κάποιος προτείνει ένα άλλο θέμα πιο περίπλοκο, π.χ. ένας πατέρας βιάζει τον γιο και την κόρη του, στη συνέχεια ο γιος βιάζει τη μάνα του και την αδελφή του, μάνα και κόρη γίνονται λεσβιακό ζευγάρι και πατέρας και γιος σοδομίζουν τον σκύλο τους, μπορεί να γίνει μπεστ σέλερ και ο συγγραφέας μπορεί να γίνει διάσημος και να χαρακτηριστεί τολμηρός, ρηξικέλευθος, πρωτοπόρος.
Κάποια αστυνομικά μυθιστορήματα στηρίζονται πάντοτε στο ίδιο θέμα. Ενας μυστηριώδης φόνος που κάποιος δαιμόνιος ντετέκτιβ αναλαμβάνει να τον διαλευκάνει.
Ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον ντετέκτιβ αλλά δεν βρίσκει ποτέ τον δολοφόνο. Και ο λόγος είναι απλός. Ο συγγραφέας οδηγεί διαρκώς τον αναγνώστη του σε λάθος δρόμους (Αγκαθα Κρίστι κ.ά.).
Εχουμε στην Ελλάδα έναν Ελληνα Σαρτρ και σιωπά; Από τις συνεντεύξεις και τα άρθρα που διαβάζω διαφόρων επιφανών, λίγοι είναι αυτοί που έχουν να πουν κάτι. Οι περισσότεροι αναζητούν δημοσιότητα που μπορεί να τους οδηγήσει και σε κάποια κοινοβουλευτική έδρα.
Εντούτοις, υπάρχουν φωνές που κραυγάζουν. Αλλά βρίσκονται στο περιθώριο. Και οι διάσημοι φελλοί σιωπούν, γιατί δεν έχουν τίποτα να πουν.
Και εκεί που περιμέναμε μια δικτατορία του προλεταριάτου, με τον Τσίπρα βρεθήκαμε σε μια δικτατορία των φελλών, πολυεπίπεδη.

New issue of Ethnologia Europaea. Journal of European Ethnology - Special issue: Rage, Anger and other Don'ts




We are very pleased to announce the new issue of Ethnologia Europaea, which is now available for purchase - both as print and e-journal - at Museum Tusculanum Press's website.
Ethnologia Europaea 45:2
Journal of European Ethnology
Special issue: Rage, Anger and other Don'ts.
Ethnologia Europaea is edited by Marie Sandberg and Regina F. Bendix
Special issue editor: Regina F. Bendix
Printed journal
http://www.mtp.hum.ku.dk/details.asp?eln=300368
E‐journal
http://www.mtp.hum.ku.dk/details.asp?eln=300369
In everyday life, emotions like rage, anger or frustration are not, generally, condoned. Indeed, a good part of the work of enculturation is devoted to managing social conduct so as to avoid or suppress emotions considered negative or unproductive. In the ethnographic literature, scrutiny of these kinds of emotional states and their expression is rare, not least because they reside somewhere between the individual and his or her cultural surrounds and are hard to pinpoint.

The authors of the present issue - Rage, Anger and other Don'ts: Cultural Expression and Suppression of the Undesirable and Unbearable in Everyday Life - invite readers to explore practices and discourses within which these kinds of emotions or, more prominently, their disciplining can be grasped ethnologically. Alongside four scholarly articles, four essays encircle the theme in a more literary vein, albeit grounded in careful observation and recollection. The introduction and two final comments seek to frame topics ranging from road rage and the controlling of prisoners' anger to a menopausal kitchen outburst, and to point the way toward further possible research in this largely unexplored realm of culturally shaped practice.
About the journal:
Ethnologia Europaea is a lively and interdisciplinary, peer‐reviewed journal with a focus on European cultures and societies. It carries material of great interest not only for European ethnologists and anthropologists but also for sociologists, social historians and scholars involved in cultural studies. An impression of the areas covered by the journal is reflected in some of the thematic topics of the issues recently published:
European Ethnology Revisited (2014), Foodways Redux (2013), Imagined Families in Mobile Worlds (2012), Irregular Ethnographies (2011), Performing Nordic Spaces (2010), Sense of Community(2009), Europe (2008).
The journal was founded in 1967 (first published in 1967) and is published annually (two issues). Since its beginning it has acquired a central position in the international and interdisciplinary cooperation between scholars inside and outside Europe. Ethnologia Europaea is an A ranked journal according to the European Science Foundation journal evaluation (European Reference Index for the Humanities initial list) and a level 2 (top level) journal according to the Norwegian model (in Norway and Denmark).
Ethnologia Europaea is edited by associate professor Marie Sandberg (University of Copenhagen, Ethnology Section) and from 2016, professor Monqiue Scheer (Eberhard Karls Universität Tübingen) has taken over the co-editorship from Regina F. Bendix.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ,Η ωραία Ευρώπη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,15.1.16



ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Τον περασμένο Οκτώβριο κάμποσα μέλη του ακροδεξιού κόμματος Σουηδοί Δημοκράτες είχαν κατηφορίσει στη Λέσβο. Οχι για τουρισμό. Αλλά για «διαφώτιση». Για να πληροφορήσουν τους πρόσφυγες, ήδη στα σύνορα της Ευρώπης, ότι στη Σουηδία δεν θα βρουν τίποτε καλό. «No Money, no Jobs, no Homes», αυτός ήταν ο τίτλος του φυλλαδίου που μοίραζαν. Λίγο νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο, οι Δανοί είχαν κάνει κάτι πιο προχωρημένο: το υπουργείο Μετανάστευσης είχε αγοράσει διαφημιστικό χώρο σε τέσσερις εφημερίδες του Λιβάνου (όπου φιλοξενούνται πάνω από 1.000.000 Σύροι πρόσφυγες), για να δημοσιεύσει μια απανταχούσα αποτροπής: Μην έρχεστε στη Δανία. Οι κοινωνικές παροχές κόπηκαν στη μέση. Αδεια διαμονής δικαιούνται μόνο όσοι μιλούν δανέζικα. Και άσυλο να πάρετε, την οικογένειά σας θ’ αργήσετε να τη φέρετε. Γενικώς, μαύρο φίδι που σας έφαγε.

Για τους ξεχασιάρηδες, ας θυμίσω ότι κι εδώ είχαν εμφανιστεί λάτρεις αυτής της μεθόδου προληπτικής αντιμετώπισης του «Κακού». Κάποια στιγμή είχε πέσει η πρόταση, από τους ακροδεξιούς που θ’ ανοίξουν οσονούπω τη Ν.Δ. προς το Κέντρο, να αγριέψουμε κατά των ξένων. Η Αστυνομία να μην τους αφήνει σε χλωρό κλαρί. Να μην τους δίνουμε καν πρόχειρη στέγη. Και από χορήγηση ασύλου, μηδέν τοις εκατό. Ωστε, αφού δουν και αποϊδούν, να ειδοποιήσουν τους άλλους στην πατρίδα τους ότι τα πράγματα εδώ είναι ζόρικα πια, αποθαρρύνοντάς τους.

Οι Δανοί ωστόσο δεν περιορίστηκαν σε αυτό το μέτρο, δυσφημιστικό της ίδιας τους της χώρας. Το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν, τελικά η δεξιά κυβέρνηση του κ. Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, που εξαρτάται από το ακροδεξιό Κόμμα του Λαού, συμφώνησε με την αξιωματική αντιπολίτευση, σοσιαλδημοκρατικής κοπής (άλλη μια απόδειξη πως η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, και η ελληνική μαζί της, κατάντησε άδειο όνομα), να νομοθετήσουν τη δήμευση των χρημάτων των προσφύγων, αν ξεπερνούν ένα όριο. Αρχικά το όριο ήταν 3.000 κορώνες, ίσον 400 ευρώ. Ξέσπασε όμως σάλος, κατηγορήθηκε από ορισμένους η κυβέρνηση για λογική ναζιστικής οσμής και διαμαρτυρήθηκε έντονα η Υπηρεσία Προσφύγων του ΟΗΕ, που κατήγγειλε ότι έτσι «τροφοδοτούνται η ξενοφοβία και ο ρατσισμός». Οι Δανοί κυβερνώντες λοιπόν τα μάζεψαν. Τάχα. Ανέβασαν το όριο στις 10.000 κορώνες. Αν η «περιουσία» σου δηλαδή (σε μετρητά και τιμαλφή) ξεπερνά τα 1.300 ευρώ, τα παραπανίσια θα κατάσχονται, για να μη συνηθίσεις στον πολυτελή βίο. Πάλι καλά, ο υπουργός Ενσωμάτωσης (ονοματοθεσία α λα Γ.Α. Παπανδρέου) διευκρίνισε ότι το μέτρο δεν αφορά τις βέρες, λόγω συναισθηματικής αξίας.

Ενας ευρωβουλευτής του κυβερνώντος κόμματος πάντως, ο κ. Γενς Ρόχντε, παραιτήθηκε οργισμένος, για να προσχωρήσει σε κόμμα της Αριστεράς. Και κάποιοι Δανοί, ντροπιασμένοι, έντυσαν πρόσφυγα τη διάσημη γοργόνα της Κοπεγχάγης, ένα μνημείο προς τιμήν του παραμυθά Αντερσεν. Στα ανέκδοτα του οποίου βρέθηκε τελευταία το χειρόγραφο του παραμυθιού «Ηταν κάποτε μια Ευρώπη».

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016


MIRRORS: Πολυφωνικές αφηγήσεις για έναν κοινωνικό κόσμο σε κρίσ

-Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η-

Οι Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σας προσκαλούν
τη Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016 στις 7:00 μ.μ.
στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138)
 στην παρουσίαση του τρίτομου έργου των
Νίκου Παναγιωτόπουλου, Franz Schultheis και Βένιας Δημητρακοπούλου


MIRRORS:
Πολυφωνικές αφηγήσεις για
έναν κοινωνικό κόσμο σε κρίση


Θα μιλήσουν οι:

Ευκλείδης Τσακαλώτος, Υπουργός Οικονομικών
Νίκος Ξυδάκης, Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών
Λυδία Δαμπασίνα, Ζωγράφος
Αντιγόνη Λυμπεράκη, Καθηγήτρια Οικονομικών, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Βασίλης Παπαβασιλείου, Σκηνοθέτης-Ηθοποιός
Jérôme Bourdieu, Διευθυντής ερευνών (INRA), Διευθυντής σπουδών (EHESS)*
Bernard Vernier, Ομότιμος Καθηγητής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Lyon II*
*ταυτόχρονη μετάφραση στα ελληνικά


Ο Βασίλης Παπαβασιλείου και η Μάνια Παπαδημητρίου
θα διαβάσουν αποσπάσματα των βιβλίων.

Μετά τη συζήτηση θα προσφερθεί ένα ποτήρι κρασί στο καφέ του μουσείου.

Πληροφορίες: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, τηλ.: 210 3806305