Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

Βασίλης Κ. Καλαμαράς, Οι πανδημίες στη νεοελληνική λογοτεχνία. ΕΦΣΥΝ, 28-29 Μαρτίου 2020

Οι πανδημίες στη νεοελληνική λογοτεχνία

Επάνω από αριστερά: Γαλάτεια Καζαντζάκη, Γεώργιος Σουρής, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, Γ.Α. Αμποτ, Εμμανουήλ Λυκούδης. Κάτω από απαριστερά: Θέμος Κορνάρος, Παύλος Μάτεσις, Αντρέας Φραγκιάς

 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ


  • A-
  • A+
Η μονόπρακτη σατιρική κωμωδία «Η επιδημία» του Γεωργίου Σουρή που πέθανε από την ισπανική γρίπη το 1919 αναφέρεται στο κρίσιμο καλοκαίρι του 1881, όταν χτυπήθηκε η Αθήνα από τον κοιλιακό τύφο ● Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, στην «πολιτεία των λεπρών», ακολουθεί τα αντικρουόμενα συναισθήματα και τις σκέψεις της ηρωίδας της για την αρρώστια και τον υποχρεωτικό εγκλεισμό στο νησί των λεπρών όσο και για τον έρωτα που γνωρίζει στο πρόσωπο ενός δασκάλου.
Ας πάρουμε με χρονολογική σειρά τα κείμενα που γράφτηκαν με θέμα μια επιδημία, εξού και χαρακτηρίζονται επιδημικά έργα. Ως πρώτο ανακαλύπτουμε στη νεοελληνική λογοτεχνία «Το θανατικό της Ρόδου» του Εμμανουήλ Λιμενίτη (εκτιμάται ότι έζησε από τον 15ο έως τον 16ο αιώνα).
Το έμμετρο αυτό ποίημα αναφέρεται στην επιδημία βουβωνικής πανώλης που χτύπησε το νησί το έτος 1498. Ακολουθώντας μια παραδοσιακή χριστιανική κοσμοθεωρία, που αποδίδει τις φυσικές και άλλες καταστροφές στις αμαρτίες των ανθρώπων, κυρίως στον ελεύθερο ερωτισμό, στα τυχερά παιχνίδια και στην απληστία, ο ποιητής παρουσιάζει την επιδημία ως δίκαιη θεία τιμωρία.
Το ποίημα διαθέτει και στοιχεία «ιστορικού θρήνου», που γίνεται λυρικότερος με τη χρήση πολλών κοινωνικο-ανθρωπολογικών και λαογραφικών παρατηρήσεων για τις ωραίες Ροδίτισσες και γενικά για τον αστικό και τον ιπποτικό κόσμο του νησιού, καθώς και γνωρίσματα της διαδεδομένης στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση παραινετικής και ηθικοδιδακτικής λογοτεχνίας, ειδικότερα του είδους των «ομιλιών» και της μισογυνικής σάτιρας του «καθρέπτη γυναικών». Τμήματα του ποιήματος με ξεχωριστό ενδιαφέρον αποτελούν η εικαστική, δυτικοευρωπαϊκού τύπου περιγραφή («έκφραση») του Χάρου και ο διάλογος του Ποιητή με τον «Λογισμό» του, που παραπέμπει στο είδος του θεατρόμορφου/δραματικού διαλόγου.
Το θέμα της επιδημίας -με μεγάλο άλμα στον χρόνο- το συναντάμε ξανά στις αρχές του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα στην τρίπρακτη έμμετρη τραγωδία «Ασπασία» (1813) του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού (1788-1849). Ο συγγραφέας περιγράφει ζωντανά τη φρίκη του λοιμού, τη μορφολογία της επιδημίας και την κλινική συμπτωτολογία της επάρατης νόσου - έργο επηρεασμένο από τον αθηναϊκό λοιμό όπως τον αποτύπωσε ο Θουκυδίδης, που οδήγησε και τον Περικλή στον θάνατο.
Οι Αθηναίοι πολίτες έσφαλαν καθότι υποστήριξαν μια λανθασμένη πολιτική επιλογή. Αυτή η στάση τους αποτέλεσε την αφορμή «κι ανεξιλέωτος θεός την πόλιν σας ωργίσθη». Βέβαια, οι πολίτες, λόγω του πολέμου, έχουν επιλέξει τον καταυλισμό τους κοντά στα τείχη -επιλογή που λόγω του συνωστισμού προκαλεί την επιδημία. Παρότι ξεσπά πανδημία, η ηρωίδα Ασπασία δείχνει να μη φέρει σημάδια της μόλυνσης. Το υγιές βλέμμα της στέκεται κριτικά πάνω στην ασθένεια και παρόλο γνωρίζει ότι υπάρχει πιθανότητα να μολυνθεί κι αυτή, αποφασίζει να πάει στη χτυπημένη από τον λοιμό Αθήνα με σκοπό να βρει τον Περικλή.
Η Ασπασία όχι μόνο δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα στον χώρο, αλλά επιλέγει να μη δεσμευτεί και από τους νόμους της Πολιτείας. Οταν της απαγορεύουν τη συμμετοχή της στην κηδεία του Περικλή, αυτή προτιμά να τον ακολουθήσει στον τάφο επιλέγοντας τον μόνο σίγουρο δρόμο έξω από τον χώρο της πόλης και της επιδημίας, τον θάνατο.

Χολέρα και κοιλιακός τύφος

Ακολουθεί το διήγημα «Η Ξένη του 1854» του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849-1925), το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Εστία» του 1876. Εδώ γίνεται η σύνδεση της πηγής της χολέρας με την ξενική επικυριαρχία στην Ελλάδα. Μέσα από το διήγημα, φαίνεται ότι η επιδημία ταυτίζεται με το ξένο στοιχείο που έχει επικρατήσει στις διοικητικές δομές του τότε νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Αρχικά, η προέλευση της μόλυνσης, κατά τον αφηγητή, οφείλεται σε μια γαλλική φρεγάτα που μετέφερε τον Μαυροκορδάτο, είτε σε μια άλλη η οποία ήταν φορτωμένη με στρατό για την Κριμαία.
Στη χτυπημένη από την κακή αρρώστια πόλη της Αθήνας, εισέρχεται με άγνοια κινδύνου ο μπαρμπα-Μήτρος, οπότε διαπιστώσει ότι η οικογένειά του έχει αποδεκατιστεί. Ο ήρωας περιηγείται στην πάσχουσα πόλη, θρηνεί για την απώλειά του, ενώ στο τέλος του διηγήματος εξαφανίζεται χωρίς καμία ένδειξη για το τι του συνέβη. Ο χαρακτήρας αυτός ακολουθεί την αντίθετη πορεία από όλους τους υπόλοιπους πολίτες της Αθήνας, εισέρχεται μέσα στα όρια της επιδημίας ενώ όλοι πάλευαν να εξέλθουν από αυτά. Η αφοβία την οποία επιδεικνύει απέναντι στην επιδημία και στον θάνατο κορυφώνεται στο σημείο όπου παρακαλάει τους νεκροθάφτες να τον πάρουν μαζί τους στο κάρο με τους νεκρούς και αυτοί τον περιγελούν.
Η μονόπρακτη σατιρική κωμωδία «Η επιδημία» του Γεωργίου Σουρή -πέθανε από την ισπανική γρίπη (1853-1919)- αναφέρεται στο κρίσιμο καλοκαίρι του 1881, όταν χτυπήθηκε η Αθήνα από τον κοιλιακό τύφο. Η πάνδημη ασθένεια ποτέ δεν εμφανίζεται επί σκηνής. Οι ήρωες μπορεί να βρίσκονται σε ανησυχία υπό την κυριαρχία δολοπλοκιών όπου προβάλλονται αρνητικές συμπεριφορές όπως η αστική υπερβολή, η υποκρισία και η αισχροκέρδεια.
Ο τίτλος φαίνεται περισσότερο ότι αναφέρεται σε μια επιδημία ηθών, καθώς ο τύφος απλά πυροδοτεί τη δράση μέσα στο σπίτι του ήρωα Καραβοτσακισμένου. Κανένα από τα δρώντα πρόσωπα δεν νοσεί, καθώς η μολυσματική αρρώστια γίνεται ο καθρέφτης ώστε να δουν μέσα του διάφορες ατομικές τους επιθυμίες που θέλουν να πραγματοποιήσουν.
Μεταφερόμαστε από το άστυ των Αθηνών στην περιφέρεια, της οποίας τα δεινά προέρχονται από την πρωτεύουσα κυρίως με ευθύνη των πολιτευτών. «Μεγάλα δεινά, αφορία, πείνα, αρρώστια, όλα μαζί, ηκούοντο. Και ο φόβος τα έκαμνε μεγαλύτερα. Η δε αμαρτία έκαμνε μεγαλύτερον τον φόβον». Υποβλητικός, ατμοσφαιρικός, φοβικός ο λόγος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο διήγημα «Βαρδιάνος στα Σπόρκα». Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» από τις 14 Αυγούστου ώς τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893.
Στη Σκιάθο έχει ενσκήψει χολέρα, η κεντρική ηρωίδα του διηγήματος, η γρια-Σκεύω ἡ Σαβουρόκοφα, προσπαθεί να νουθετήσει τους κακότροπους στην πλειονότητά τους νησιώτες, οι οποίοι τη χλευάζουν. «Εφρόνει ότι ήτο καιρὸς πλέον να έλθη μετάνοια. Αρκετὰ δεινὰ είχον έλθει εις τον κόσμον και περισσότερα ακόμη ηπείλουν να ενσκήψωσιν. Η αρρώστια δεν ήτο το ελάχιστον εξ αυτών. Και η αρρώστια ηπείλει ήδη πανταχόθεν να εισβάλη».
Η ηρωίδα μεταμφιέζεται σε άνδρα προκειμένου να μεταβεί εντός της καραντίνας. Η απόφασή της αυτή ενεργοποιείται τόσο από την αγάπη προς τον μοναχογιό της, γιατί η κόρη της είναι στέρφα και αχάριστη. Συνεπώς, αν χαθεί ο γιος της, αυτή θα παραμείνει μόνη και γριά χωρίς να έχει κάποιον στη ζωή της. Η απόφασή της κινητοποιεί τους νησιώτες και τις νησιώτισσες να βιώσουν έντονα συναισθήματα, συγκίνηση και θαυμασμό, αφού η γεμάτη αυτοθυσία πράξη της αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Ο κύκλος της λέπρας

Ως τώρα αναφερθήκαμε στο πώς περνούν στην ποίηση, στο θέατρο και στο διήγημα οι επιδημίες της πανώλης, της χολέρας και του τύφου. Τα τρία βιβλία τα οποία ακολουθούν εξετάζουν την ασθένεια της λέπρας. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962), ο Θέμος Κορνάρος (1906-1970) και ο Γουλιέλμος Α. Αμποτ (1906-2001) με έντονο καταγγελτικό τόνο αποπειρώνται να συνδέσουν τους χανσενικούς με συμπεριφορές ανήθικες, κυρίως σεξουαλικού χαρακτήρα. Αυτό είναι το στερεότυπο για αυτή την «καταραμένη» ασθενούσα κοινότητα, αλλά οι τρεις συγγραφείς, αν και το χρησιμοποιούν ως μοτίβο, στέκονται απέναντί του.
Χωρίς να ολοκληρώνεται η επιδημική αφήγηση στην καταγγελία, ωστόσο δεν απουσιάζει, καθώς πρόθεσή τους είναι να δείξουν ότι η κοινωνία υποκριτικά δεν παραδέχεται ότι κυρίως αυτή νοσεί ηθικά. Επομένως οι λεπροί είναι οι συμπολίτες των υγιών που έτυχε να νοσήσουν και αντί να αντιμετωπίζονται με όρους αλληλεγγύης, τους εξορίζουν εκτός κοινωνικού ιστού σε νησιωτική καραντίνα.
Η νουβέλα «Η άρρωστη πολιτεία» της Γαλάτειας Καζαντζάκη πρωτοδημοσιεύτηκε το 1914 με το ψευδώνυμο Πετρούλα Ψηλορείτη, στο περιοδικό «Νέα Ζωή» της Αλεξάνδρειας. Η πλοκή ακολουθεί τα αντικρουόμενα συναισθήματα και τις σκέψεις που γεννούν στην ηρωίδα τόσο η αρρώστια και ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο νησί των λεπρών όσο και ο έρωτας που γνωρίζει στο πρόσωπο ενός δασκάλου. Η πρωταγωνίστρια, μια υπερήφανη κοπέλα, διχάζεται ανάμεσα στην απελπισία, στη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει σωτηρία και στη «χαρά του έρωτα» που συνάντησε αναπάντεχα στην «πολιτεία των λεπρών».
Σε αντίθεση, ο Θέμος Κορνάρος, με τη μαρτυρία του «Σπιναλόγκα: ad vitam» (1933), επικεντρώνεται κυρίως στην καταγγελία. Αναφέρει στον πρόλογο με τον τίτλο «Δυο λόγια πιο μπροστά»: «Αυτό το νοσοκομείο - τι ντροπή! Τι ανακριβολογία!! - είναι εργατικό. Μόνον άποροι λεπροί είναι πεταμένοι εκεί. Οσοι έχουνε τον τρόπο τους είναι βολεμένοι κάπου αλλού, που υπάρχει δροσιά, πρασινάδα, νερό, στοργή και... σεντόνι νοσοκομείου. Αυτοί που δουλέψανε σ' όλη τους τη ζωή, χωρίς να χορτάσουν ψωμί, βρίσκονται τώρα, στην αρρώστια τους, πεταμένοι σαν κοπριά, σε ένα κοπρόλακκο βρωμερό που λέγεται Σπιναλόγκα [...]».
Το τρίτο βιβλίο του κύκλου της λογοτεχνίας με θέμα τη λέπρα είναι το μυθιστόρημα «Γη και νερό» (1936) το οποίο υπογράφει ο Γ.Α. Αμποτ. Δεν έχει τον χαρακτήρα ημερολογίου, χρονικού και μαρτυρίας, όπως τα δύο προηγούμενα, αλλά προσπαθεί να πλάσει ένα αφηγηματικό περιβάλλον με τους όρους της μυθοπλασίας. Το κοινό χαρακτηριστικό των προσώπων είναι το γεγονός ότι παίζει όχι τόσο με τη νόσο όσο με το αμφιβόλου ηθικής παρελθόν τους προτού «εξοριστούν» στο νησί. Σ' αυτό, συναντάμε ακόμα μια γυναίκα η οποία επέλεξε με τη θέλησή της το λεπροκομείο και αφήνει να διαφανεί ότι η Σπιναλόγκα λειτουργεί γι' αυτήν ως τόπος αυτοεξορίας, γιατί ο πρότερος βίος της βρίσκεται υπό τη σκιά ενοχών.

Η επιδημία ως αλληγορία

Τα δύο τελευταία έργα είναι μυθιστορήματα που αν και διαχειρίζονται την επιδημία δεν θα πρέπει να την αναζητήσουμε στην κυριολεκτικότητα της ιατρικής ορολογίας. Διαπερνώνται από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα από το παράλογο, καθώς πρόθεση του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002) στον «Λοιμό» (1972) και του Παύλου Μάτεσι (1933-2013) στο «Graffito» (2009) είναι να διαχειριστούν τις επιδημίες ως αλληγορίες.
Στον «Λοιμό» η βασική αναφορά στην επιδημία παραμένει στον τίτλο, ενώ στο «Graffito» ο «αστικός λοιμός» θυμίζει περισσότερο μία κατά Μάτεσι συντέλεια του κόσμου. Σ' αυτά τα κείμενα η κυριολεκτική διάσταση της επιδημίας έχει υποχωρήσει έναντι της μεταφορικής. Το κεντρικό θέμα τους είναι τα κακώς κείμενα των κοινωνιών τις οποίες περιγράφουν, οι οποίες διέπονται βαθιά από το στοιχείο του παραλόγου, με αποτέλεσμα οι λοιμοί που τις χτυπούν να έχουν κι αυτοί συμπτώματα πέραν της λογικής.
Οι κάτοικοι του νησιού στο έργο του Φραγκιά δεν έχουν ονόματα, έχουν μονάχα μια υποχρέωση: να υπακούουν τυφλά στις εντολές που τους δίνονται. Δεν έχουν ήθη, γιατί τα ήθη τους είναι η ηθική που τους επιβάλλεται από μια φωνή που κανείς δεν ξέρει από πού προέρχεται. Δεν έχουν ονόματα, γιατί είναι απλά ένα άβουλο πλήθος.
Σύμφωνα με τον κριτικό Δημήτρη Ραυτόπουλο, «ο πειραματικός λοιμός που απειλεί το στρατόπεδο δεν είναι η χολέρα, αλλά η λοιμική ψυχο-πνευματική παράκρουση που φτάνει στα όρια της εντομογονίας: άνθρωποι νιώθουν να μεταμορφώνονται σε έντομα. Συνεπώς, η λειτουργία του λοιμού είναι να απαλείφει τα ανθρώπινα γνωρίσματα από τα θύματά του».
Προφητικός ο Μάτεσις, καθώς στο «Graffito» του, η επιδημία είναι πανταχού παρούσα, λες και είχε ήδη προβλέψει από το 2009 τα σημερινά αλγεινά συμφραζόμενα στα οποία ζούμε! Ανθρωποι, ζώα, σπίτια, ακόμα και βιβλικά πλάσματα (!) νοσούν από τον «αστικό λοιμό», ο οποίος εκδηλώνεται σε κάθε έκφανση του ανθρώπινου πολιτισμού: «Και επειδή η ασθένεια ήταν μεταδοτική, ομάδα λειτουργών έκοψαν όλες τις συνδέσεις, τηλεφωνικές και τηλεοπτικές, καθώς και διαδίκτυο». Ο λοιμός συνδέεται άμεσα με την κατάσταση του σύγχρονου ατόμου και την ηθική που αυτό έχει διαμορφώσει: «[…]είχαν χτίσει κάστρα οι αρχαίοι δωσίλογοι. Αυτούς τους έπιασε λοιμός, αν και περίμεναν και τρίτον παγκόσμιο πόλεμο, και καινούργιο Αδόλφο, για να ξανά πλουτίσουν».
Η ασθένεια είναι παρούσα με ρεαλιστικά συμπτώματα, όπως απώλεια μελών, αιφνίδιο θάνατο, αλλά και με μη ρεαλιστικά στοιχεία, όπως κατάρρευση των κτιρίων, πτώση των χερουβείμ από τον ουρανό. Ομως, γυναικείες μορφές όπως είναι η θεία Φωτούλα και οι πιστές της ακόλουθες περιφέρονται στα περίχωρα της πόλης ληστεύοντας σούπερ μάρκετ και σπίτια, χωρίς να τις «χτυπάει» ο αστικός λοιμός, ακόμα και όταν εισέρχονται στο κέντρο της πρωτεύουσας. Το ίδιο ισχύει και για την αδελφή Πάνσεμνη, η οποία, ενώ προσπαθεί να κολλήσει την ασθένεια προκειμένου να πεθάνει από τον λοιμό και να αναγορευτεί αγία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο λοιμός αυτός δεν την καταδέχεται».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου