Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

Μπορεί ένα βιβλίο να «ακουστεί»; Βασίλης Κάλφας Επιμέλεια: Μισέλ Φάις, efsyn, 22.03.2020

Μπορεί ένα βιβλίο να «ακουστεί»;

Βάιος Λιαπής
 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ


  • A-
  • A+
Mathesis. Αρχαίο ελληνικό θέατρο και δράμα. Κύκλος διαδικτυακών μαθημάτων.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι, για τα μέτρα της σημερινής Ελλάδας, στην πλατφόρμα διαδικτυακών μαθημάτων Mathesis των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης συντελείται μια μικρή κοσμογονία. Δεν θα μιλήσω για την ποιότητα των μαθημάτων, αλλά θα περιοριστώ στους αριθμούς.
Στα 36 μαθήματα που έχει προσφέρει δωρεάν στα πέντε χρόνια λειτουργίας της η πλατφόρμα έχουν εγγραφεί 66.000 «φοιτητές» και 42.000 από αυτούς ολοκλήρωσαν επιτυχώς τα μαθήματά τους, παρά το γεγονός ότι το πιστοποιητικό που πήραν δεν έχει καμία πρακτική σκοπιμότητα.
Η δική μου ωστόσο απόπειρα (ενός είδους πείραμα, αν θέλετε) ήταν να ακούσω ένα τέτοιο μάθημα όχι ως μάθημα αλλά ως βιβλίο. Αφιέρωσα λοιπόν σε ένα Σαββατοκύριακο περίπου 12 ώρες ακρόασης, όσες πάνω-κάτω ώρες θα αφιέρωνα για το διάβασμα ενός καλού βιβλίου, για να ακούσω τη σειρά των παραδόσεων του Βάιου Λιαπή πάνω στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.
Κάποιες φορές προσέφυγα στο οπτικό υλικό του μαθήματος, ιδίως όταν γινόταν λόγος για κάποια ζωγραφική παράσταση θεατρικών δρωμένων, αλλά κατά κανόνα δεν έβλεπα∙ άκουγα.
Στο τέλος είχα τη βεβαιότητα ότι «διάβασα» ένα κατατοπιστικό αλλά και γοητευτικό εγχειρίδιο για την αρχαία τραγωδία και κωμωδία. Δεν το τοποθέτησα στη βιβλιοθήκη μου, για να ανατρέξω ενδεχομένως πάλι σε αυτό, αλλά ξέρω ότι υπάρχει στον υπολογιστή μου και είναι πάντοτε διαθέσιμο.
Η ολοκληρωμένη αίσθηση που αποκόμισα προήλθε βεβαίως από την ποιότητα του λόγου και την πληρότητα του υλικού που προσφέρει ο Λιαπής. Ως προς το υλικό, εκτίθεται ένα ευρύ φάσμα πνευματικών εξελίξεων, που ξεκινά από τη γέννηση της τραγωδίας στην Αθήνα του 5ου αιώνα και φτάνει μέχρι την αναβίωση του αρχαίου δράματος στη νεότερη Ευρώπη και τον αντίκτυπό της στην ταραγμένη νεοελληνική πραγματικότητα.
Οι τρεις μεγάλοι Τραγικοί και ο Αριστοφάνης αποτελούν, όπως είναι λογικό, το επίκεντρο του μαθήματος, ιδιαίτερο όμως βάρος δίνεται και στην «υλική» πλευρά της αρχαίας παράστασης: στις αθηναϊκές γιορτές και τον θεατρικό διαγωνισμό, στο ανέβασμα του δράματος, στο κοινό του θεάτρου και τις αντιδράσεις του, στους χορηγούς, στους ηθοποιούς και στα σκηνικά.
Και επειδή μιλάμε για ακρόαση, ακόμη πιο σημαντική για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι η ποιότητα του λόγου που εκφέρεται. Ο Λιαπής είχε μπροστά του ένα καλά οργανωμένο κείμενο στο οποίο προσέτρεχε, επέτρεψε στον εαυτό του λίγες παρεκβάσεις και σχεδόν κανέναν αυτοσχεδιασμό, δεν έχασε καμιά στιγμή τον ειρμό του, ενώ δεν αποσιωπήθηκαν ούτε η πολυπλοκότητα των θεμάτων ούτε οι διαφωνίες των ειδικών. Τέλος, όσο βαρύνουσα είναι στο έντυπο βιβλίο η γλωσσική έκφραση, άλλο τόσο σημαντικά είναι στο ακουστικό βιβλίο η σωστή άρθρωση και ο επιτονισμός της φωνής.
Ο λόγος που γράφω αυτό το σημείωμα σε μια στήλη αφιερωμένη στο βιβλίο είναι η μελαγχολική διαπίστωση ότι το βιβλίο, όπως το ξέραμε, αργοπεθαίνει. Διαβάζουν ακόμη αυτοί που έμαθαν το διάβασμα, αυτοί που εξακολουθούν να το χρειάζονται. Και αυτοί όλο μειώνονται, παρά την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Οι πολύ πολύ νέοι δεν έχουν βάλει ποτέ το βιβλίο στη ζωή τους, ενώ οι απλώς νέοι δεν καταφεύγουν στο έντυπο βιβλίο παρά μόνο για τις ανάγκες των σπουδών τους, αλλά και εκεί το λάπτοπ φαίνεται να είναι πιο απαραίτητο από το βιβλίο.
Η αγορά βιβλίων, η συστηματική ανάγνωση, η δημιουργία μιας προσωπικής βιβλιοθήκης είναι πλέον γι’ αυτήν τη γενιά μια εξαίρεση για εκκεντρικούς – για λίγους που προφανώς πάντοτε θα υπάρχουν. Και όμως η γενιά αυτή δεν υστερεί σε τίποτε από τις προηγούμενες ως προς την ενημέρωση και (με την ευρεία έννοια) ως προς τη μόρφωσή της. Μόνο που η ενημέρωση και η μόρφωση δεν περνούν πια μέσα από το βιβλίο.
Ελπίζω να μην κατηγορηθώ για γεροντικό συντηρητισμό – η υποτιθέμενη σοφία των πρεσβυτέρων, ως γενική προσέγγιση, μου είναι ιδιαίτερα απωθητική. Εκείνο που με προβληματίζει είναι το ερώτημα «μετά το βιβλίο τι;». Η οθόνη και η εικόνα είναι σίγουρο ότι έχουν πάρει πλέον τη θέση της τυπωμένης σελίδας.
Προϋποθέτουν όμως μια εντελώς διαφορετική σχέση με τον χρήστη, έναν χρήστη που δεν μπορεί ή δεν θέλει να έχει πλέον την απομόνωση και την προσήλωση που απαιτεί η συστηματική ανάγνωση. Και αν η αντικατάσταση του εντύπου με την οθόνη λειτουργεί χωρίς μεγάλες δυσκολίες για την εφημερίδα, το περιοδικό ή την εγκυκλοπαίδεια, δεν ισχύει το ίδιο για το βιβλίο.
Η οθόνη ενημερώνει, αλλά ταυτοχρόνως κουράζει και διασπά την προσοχή του χρήστη, δεν προσφέρεται για πολύωρη και προσεκτική ανάγνωση. Γι’ αυτό και το ηλεκτρονικό βιβλίο, που στην αρχή τρομοκράτησε τους παραδοσιακούς εκδότες, ουσιαστικά έχει αποτύχει.
Η δική μου λοιπόν εμπειρία λέει ότι το αυτί μας είναι λιγότερο κουρασμένο από το μάτι μας. Αν δεν μπορούμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο, είτε στο χαρτί είτε στον υπολογιστή, μπορούμε ενδεχομένως να το ακούσουμε. Να το ακούσουμε, άλλοτε πλήρως συγκεντρωμένοι και άλλοτε λιγότερο, όπως όταν μετακινούμαστε, οδηγούμε ή κάνουμε κάποιες μηχανικές δουλειές.
Πράγμα που σημαίνει ότι «ακουστικό» δεν μπορεί να γίνει το κάθε βιβλίο. Η απαιτητική λογοτεχνία και η βαριά επιστήμη σίγουρα δεν προσφέρονται. Πολλά άλλα όμως είδη λόγου, με τον κατάλληλο μεσάζοντα, είναι εξίσου γοητευτικά στην προφορική και στη γραπτή εκδοχή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου