Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Άννα Δαμιανίδη,Στο πατάρι,EFSYN,25.8.15


Ο πατέρας μου ήταν προσφυγάκι. Το είχα από πολύ μικρή υιοθετήσει. Μικρότερη απ’ όσο ήταν ο ίδιος, όταν ξεκίνησαν να φύγουν από τον τόπο τους, ήμουν εγώ όταν ένιωθα δυνατή κι έτοιμη να τον προστατέψω.
Δεν μελαγχολούσε όταν διηγιόταν το ταξίδι από την πατρίδα του, τα Σπάρτα, μέχρι την Αττάλεια, απ’ όπου τους παρέλαβαν πλοία για την Ελλάδα.
Ηταν τότε ο άντρας της οικογένειας στο καραβάνι από γυναικόπαιδα, αφού ο μεγάλος αδερφός είχε ακολουθήσει τον μπαμπά τους στην εξορία.
Θα πρέπει να καμάρωνε, μέσα στον φόβο και την έκπληξη για ό,τι ζούσε. Κάποια στιγμή μού τον περιέγραψαν οι μεγάλες αδερφές του να πιάνει μια βαριοπούλα, πριν φύγουν από το σπίτι, να γκρεμίζει αποφασιστικά έναν τοίχο όπου πίστευαν πως είχαν φυλαχτεί λίρες.
Δεν θυμάμαι αν βρήκαν κάτι εκεί, δεν ζει κανείς πια για να ρωτήσω, αλλά σαν να τον βλέπω, μικρό κι αποφασιστικό, να πιάνει τη βαριοπούλα και αλύπητα να χτυπάει τον τοίχο του αγαπημένου -ωστόσο- σπιτιού.
Οκτώ μέρες περπατούσαν· τη νύχτα έστρωναν και κοιμούνταν. Οταν τα διηγιόταν αυτά σε μας, πολλά πολλά χρόνια αργότερα, είχε προπάντων αγωνία να είναι ακριβής, και γελούσε χαρούμενος όταν κατόρθωνε να θυμηθεί κάποια λεπτομέρεια.
Με έπνιγε η αδυναμία και ο θυμός, να μην είμαι τότε εκεί να τον βοηθήσω.
Τι νόημα έχει να διαθέτεις σπίτι σταθερό και τόπο και πόλη, αν δεν είναι για να μπορείς να βοηθήσεις τον ασθενή και οδοιπόρο, που λεν κι οι χριστιανοί;
Αυτό είναι το προνόμιο που σου δίνει. Ετσι σκεφτόμουν, με βαθιά σιγουριά.
Μια γυναίκα, στην Αθήνα πια, τον είχε προσβάλει φωνάζοντας στον γιο της, έξω στον δρόμο: «Φύγε από κει, μην παίζεις με τους πρόσφυγες».
Τι αξιολύπητη! Τη λυπόμουν, ένιωθα την ντροπή του μικρού μου μπαμπά για λογαριασμό της.
Μια μακρινή συγγενής τούς είχε καλέσει κάποτε σε τραπέζι, αλλά είχε τσιγκουνευτεί το ρύζι στη σούπα, «ψάχναμε να ψαρέψουμε κάνα σπυρί» διηγιόταν γελώντας. Είχε χάσει την ευκαιρία να μείνει στη μνήμη του φτωχού αγοριού σερβίροντας πλούσια σούπα. Λες και την είχε κάθε μέρα.
Υπάρχει στην ιστορία και η Αλεξάνδρα, η ωραία και τολμηρή ξαδέρφη των παιδιών, παντρεμένη στην Αθήνα, που έμαθε για το καράβι από την Αττάλεια, πήρε ψωμιά, ανέβηκε στο κατάστρωμα και μοίραζε.
Δεν άφηναν τους πρόσφυγες να βγουν στο λιμάνι, είχαν ήδη πολλοί φτάσει στην Αθήνα, μόνο αν κάποιος βεβαίωνε ότι προσφέρει στέγη μπορούσαν να κατέβουν.
Η Αλεξάνδρα τούς είδε ανάμεσα στο πλήθος, δήλωσε ότι εκείνη θα τους φιλοξενούσε. Ετσι τους άφησαν να μείνουν στην πρωτεύουσα, όπως ήθελαν διακαώς, κι εκεί τους βρήκε ο πατέρας αργότερα με τον μεγάλο αδερφό. Ο τόπος φιλοξενίας ήταν το πατάρι ενός μαγαζιού.
Διότι, τι νόημα έχει να διαθέτει πατάρι το μαγαζί σου, αν δεν μπορείς όταν χρειάζεται, κάποια στιγμή στη ζωή σου, σε μια φριχτή και σπάνια ευκαιρία, να φιλοξενήσεις μια οικογένεια προσφύγων;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου